Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

Εις τον Εθνό - ιερομάρτυρα Μητρόπολιτην Σμύρνης Χρυσόστομον Nίκου Χ. Βικέτου , Η αγιότητα του Χρυσοστόμου Σμύρνης και η μαρτυρία της Εκκλησίας, εκδ. Ένωσις Σμυρναίων, Αθήνα 1993, σελ. 49-51



Χαίροις ο των Σμυρναίων ποιμήν, της Ορθοδόξου Εκκλησίας ο πρόμαχος, Ελλήνων χαίροις η δόξα, ο των πιστών στηριγμός και των αθλοφόρων εγκαλλώπισμα. Ρητόρων το καύχημα, ευσεβείας αγλάισμα, των δυστυχούντων αληθές καταφύγιον, ο διάδοχος Αποστόλων ο γνήσιος, μάρτυς ο πολυώδυνος, Χριστού μιμησάμενος, όντως τον βίον θεόφρων, και Γολγοθάν τον σωτήριον. Αυτόν και νυν πάτερ, ω Χρυσόστομε, δυσώπει υπέρ των δούλων σου.
Χαίροις ο την ψυχήν αληθώς υπέρ πατρίδος και της πίστεως, ένδοξε Χρυσόστομε, δους προθύμως, και δια τούτο, σοφέ, την ευγνωμοσύνην την αΐδιον τρανώς επισύρας, εγκωμιάζεται σήμερον, εκ των χειλέων παντός Έλληνος, ’γιε· όντως καύχημα και αγλάισμα γέγονας, σέμνωμα της πατρίδος σου και κλέος τρισμέγιστον της Ορθοδόξου θρησκείας της γεραράς, αξιάγαστε · Χριστόν καταπέμψαι, ταις ψυχαίς ημών δυσώπει, το μέγα έλεος.
Απόστιχον Εσπερινού ποιηθέν υπό π. Νικολάου Αβούρη
Χαίροις Ιεραρχών καλλονή, ιεροκήρυξ εκκλησίας ο άριστος, εν Σμύρνη τε και εν Δράμα, τον θείον λόγον τρανώς κατασπείρας πάτερ τεχνικώτατα, Χρυσόστομος δεύτερος ανεδείχθης τρισόλβιε· και φωτισθείς δε, πλείστα όσα συγγράμματα, και πολύτιμα, συ συνέγραψες ένδοξε· πάντοτε εργαζόμενος, και πάντοτε πρόθυμος, χάριν της θείας θρησκείας, παθείν τα πάντα πανεύφημε · Χριστόν ουν δυσώπει, ταις ψυχαίς ημών δοθήναι το μέγα έλεος.
Απόστιχον Εσπερινού ποιηθέν υπό π. Νικολάου Αβούρη
Εκκλησίας Ιωνίας και Γένους αγλάισμα, των οσίων προμάχων, της Σμύρνης γέρας και καύχημα, του Αρχιποίμενος Χριστού ο μιμητής και τυραννίας η αναίρεσις. Συ την ψυχήν υπέρ ποιμνίου έθηκας χειμαζομένους τη θυσία στηρίζων Χρυσόστομε· Δόξα τω Ιεράρχη τω σεπτώ, δόξα Χριστώ δοξάζοντι, δόξα τω ενεργούντι εν ημίν αεί θαυμάσια.
Απολυτίκιον ποιηθεν υπό π. Αγγέλου Παπαθανασίου
Νέον σύμβολον αφθίτου δόξης Σε ανέδειξεν εσχάτοις χρόνοις η Εκκλησία της Σμύρνης Χρυσόστομε, ος τη θυσία ταυτίζων τον θρόνον Σου υπέρ Χριστού και της ποίμνης Σου θύεσαι, ούτως ’γιε Ιερομάρτυς πολύαθλε Χριστόν τον Θεόν ικέτευε δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Απολυτίκιον ποιηθεν υπό π. Αγγέλου Παπαθανασίου
Μέγαν μάρτυρα η Εκκλησία, μέγαν ήρωα το ' Εθνος σύμπαν τον της Σμύρνης υμνούμεν Χρυσόστομον. Και γαρ γενναίως αθλήσας υπέμεινεν υπέρ πατρίδος και πίστεως θάνατον. Ιεράρχου τε υπόδειγμα εαυτόν ανέδειξε τον στέφανον λαβών τον αμαράντινον.
Απολυτίκιον ποιηθέν υπό Λεωνίδου Φιλιππίδου
Χαίροις Βιθυνίας θείος βλαστός και της Ιωνίας όλβος μέγας και θαυμαστός, χαίροις ο το Γένος τοις αίμασι φοινίξας Χριστόν ομολογήσας θείε Χρυσόστομε.
Μεγαλυνάριον ποιηθέν υπό π. Αγγέλου Παπαθανασίου
Τον νέον φωστήρα τον φαεινόν, της Σμύρνης το κλέος και το στήριγμα των πιστών, τον εν ιεράρχαις και μάρτυσιν ανδρείον Χρυσόστομον τον θείον ύμνοις τιμήσωμεν.
Μεγαλυνάριον ποιηθέν υπό π. Αγγέλου Παπαθανασίου
Της Μικράς Ασίας θείον βλαστόν και της Εκκλησίας τον πολύτιμον θησαυρόν τον εν Ιεράρχαις μάρτυρα και ποιμένα Χρυσόστομον τον Σμύρνης ύμνοις τιμήσωμεν.
Μεγαλυνάριον ποιηθέν υπό πρωτ. π. Ευαγγέλου Μαντζουνέα
* Η απόδοση των ύμνων για τον εθνο -ιερομάρτυρα Χρυσόστομο Σμύρνης έγινε κατά την εκδήλωση της Ενώσεως Σμυρναίων στις 14.9.1992, στην Π. Βουλή, από τη χορωδία της «Εστίας Εκκλησιαστικής και Εθνικής Μουσικής» υπό τη διεύθυνση του πρωτοψάλτη κ. Θεοδώρου Βασιλείου.

Ο άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης - Προλεγόμενα Παντελεήμονος Κ. Καρανικόλα, Ο άγιος Χρυσὀστομος, ο άγγελος της εν Σμύρνα Εκκλησίας, εκδ. Πνοή, Κόρινθος 1972, σελ. 5-10


Ο Μακάριος Χρυσόστομος, με το Επώνυμον Καλαφάτης, Μητροπολίτης Σμύρνης, είναι αναμφισβήτητα Ιερομάρτυρας, γιατί μαρτύρησε και παράδωσε την Ιεραρχική του ψυχή μετά από παρρησία εμφάνισης και ομολογίας, μπροστά στον βάρβαρο και γνωστό για την αγριότητά του, τότε Πασά της Σμύρνης, και υπόφερε ανδρειώτατα και υπομονετικώτατα, την Βούληση του Θεού, που είχεν ορίσει για κείνον να υποστή διαπόμπευση, αικισμούς, εξευτελισμούς, βασανιστήρια επώδυνα, τα οποία άντεξε με ανδρεία και αξιοπρέπεια, όπως εβάδιζε διαπομπευόμενος στους δρόμους της Σμύρνης, τέλος δε υπόμεινε αφάνταστα τον μαρτυρικό του θάνατο στις 28 Αυγούστου του έτους 1922 από τους βασανιστές του, τον βάρβαρον μουσουλμανικό όχλο, της Σμύρνης. Έγινε, όπως είχε πη το Πνεύμα του Θεού για τον ’γγελο της Εκκλησίας Σμύρνης, “Γίνου πιστός μέχρι θανάτου”, το οποίον ισχύει και για όλους τους Ιερομάρτυρες κατά την ίδια φρικτή εποχή που εμαρτύρησαν, όπως Επίσκοποι λοιποί Κληρικοί και μυριάδες Λαϊκοί, για να επαυξηθή το παλαίφατο ρητό που λέει για τα εδάφη, για τα χώματα της Μικράς Ασίας, ότι μέσα σ' αυτά « μεγάλαι δυνάμεις κεκοίμηνται ».
Τα μαρτύρια του νέου νέφους Ιερομαρτύρων και Μαρτύρων της Μικράς Ασίας αποτελούν την αποκορύφωση των ασίγαστων Διωγμών εναντίον των Ορθοδόξων Ελλήνων και άλλων πιστών Χριστιανών και άλλων Εθνικοτήτων που διήρκεσαν πεντακόσια ολόκληρα χρόνια κατά το διάστημα της απανθρωπότατης, της θηριώδους και αιμοσταγούς τουρκοκρατίας, στη Βαλκανική Χερσόνησο, στη Μικρά Ασία, τη Μέση Ασία και σε ένα μεγάλο μέρος του περίγυρου της Μεσογείου Θαλάσσης.
Συστηματικοί διωγμοί, βαρείς και εξοντωτικοί προ παντός στον Πόντο και στην υπόλοιπη Μικρά Ασία, πριν από τον ολοκληρωτικό και εκτεταμένο Διωγμό του 1922, υπήρξαν σ' όλη τη δεκαετία του 1910-1920 και προηγουμένως. Είναι ανάγκη να γίνη σε όλες τις τότε πηγές, συστηματική έρευνα, για να περιγραφούν όσον είναι δυνατόν πληρέστερα οι αγριότητες και να αποκαλυφθούν γεγονότα, τρόποι εκβιασμού, πιέσεων και βασανισμών, να έλθουν δε στο φως πολλά ονόματα Ιερονεομαρτύρων κληρικών και Νεομαρτύρων πιστών. Απλά και ενδεικτικά αναφέρω εδώ π.χ. ότι καταγράφεται στο Περιοδικό Εκκλησιαστικός Κήρυξ 11/12/1919 ( αριθμ. 224) σελίς 627. «Ο Σεβασμιώτατος Επίσκοπος του Λονδίνου καθιέρωσεν εν τη επαρχία του τακτικάς προσευχάς υπέρ της εν τη καθ' ημάς ανατολή δεινοπαθούντων Χριστιανών». Ακόμη ότι, «Ο ενταύθα παρεπιδημών Μητροπολιτής Σμύρνης κ. Χρυσόστομος ελειτούργησεν την παρελθούσαν Κυριακήν εν τω Μητροπολιτικώ Ναώ (Αθηνών). Μετά την απόλυσιν της Θείας Λειτουργίας ωμίλησε προς το πολυπληθές Εκκλησίασμα Χριστιανικώς άμα και πατρικώς διεκτραγωδήσας τα μαρτύρια άτινα υπέστη το Γένος» ( Εκκλησ. Κήρυξ. 11/12/1919 (234) σελίς 269.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας για τον πόλεμο και την ειρήνη Ιωάννου Κωστώφ, Οι Πατέρες της Εκκλησίας για τον πόλεμο και την ειρήνη, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1984, σελ. 21-38


 
Οι Πατέρες δεν παραλείπουν να τονίσουν την αναγκαιότητα της εσωτερικής ειρήνης και της ψυχικής γαλήνης: Η ειρήνη του κόσμου συνάπτεται μερικές φορές και για κακό σκοπό. Η ειρήνη όμως του Χριστού δεν μας παρακινεί να ειρηνεύουμε μόνο προς τους άλλους, αλλά και προς τους εαυτούς μας (Αμμώνιος Αλεξανδρηνός, PG 85, 1492D).
Η ειρήνη αποτελεί την κορυφή της πυραμίδας των ευλογιών· χαρακτηρίζεται από ηρεμία και αταραξία του λογικού. Έτσι ο άνθρωπος που εχει ειρήνη είναι φανερός από' τον ήπιο χαρακτήρα του. Αυτός όμως που πολεμάται από τα πάθη του, δεν απόλαυσε ακόμα την ειρήνη που προέρχεται από το Θεό, την οποία ο Κύριος χάρισε στους Μαθητές Του (Ιω. ιδ΄ 27) και η οποία, «όντας πάνω από τις δυνατότητες οποιοσδήποτε νου» (Φιλιπ. δ' 7) θα φρουρεί τις ψυχές αυτών που αξίζουν. Αυτή την ειρήνη εύχεται και ο Απόστολος στις Εκκλησίες, όταν λέγει: «Ας πλεονάσει σε σας η χάρη και η ειρήνη» (Α' Πέτρ. α΄ 2) (Μ. Βασίλειος, ΒΕΠ 52, 54, 1).
«Ζήτησε την ειρήνη και επιδίωξε την» (Ψαλμ. λγ' 15). Αυτήν εννοούσε ο Κύριος, όταν έλεγε: «Σας αφήνω ειρήνη. Τη δική μου αληθινή ειρήνη σας δίνω, Δεν σας παρέχω εγώ ειρήνη σαν αυτή που δίνει ο κόσμος». (Ιω· ιδ' 27). Αναζητησε λοιπόν την ειρήνη του Κυρίου και προσπάθησε να την απολαύσεις. Κι αυτό δε θα το κατορθώσεις, παρά «προχωρώντας προς το σκοπό σου, δηλαδή το βραβείο που υπόσχεται η πρόσκληση στον ουρανό» (Φιλιπ. γ' 14)]. Διότι εκεί βρίσκεται η αληθινή ειρήνη. Όσο καιρό είμαστε δεμένοι με τις σαρκικές επιθυμίες, βρισκόμαστε στον ίδιο ζυγό μ' αυτά που μας ταράζουν. Ζήτησε λοιπόν την ειρήνη, την εξαφάνιση των θορύβων της κοσμικής ζωής. Απόκτησε γαληνεμένο νου και ήσυχη κι ατάραχη κατάσταση της ψυχής, έτσι που ούτε από τα πάθη να ταρακουνιέται, ούτε να κινδυνεύει να παρασυρθεί σε παραδοχή λάθος αντιλήψεων που οφείλονται στην ελκυστικότητά τους. Έτσι θα έχεις φρουρό στην καρδιά σου την ειρήνη του Θεού, την οποία «δεν μπορεί να κατανοήσει κανένας νους» (Φιλιπ. δ΄ 7). Εκείνος που ζητά την ειρήνη, το Χριστό ζητά, διότι Αυτός «είναι η ειρήνη» (Εφεσ. β' 14). «Αυτός δημιούργησε από τους Ιουδαίους και τους εθνικούς ένα νέο άνθρωπο και έφερε έτσι ειρήνη» (Εφεσ. β' 15)]. «Αυτός ειρηνοποίησε με το αίμα της σταυρικής Του θυσίας είτε τους αγγέλους με όλους μας, είτε τους ανθρώπους μεταξύ τους και με το Θεό» (Κολ. α΄ 20) (Μ. Βασίλειος, ΒΕΠ 52, 87, 3).

Αυτοβιογραφικές σελίδες αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιάννου, Αυτοβιογραφικές σελίδες αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου και απάνθισμα κειμένων του, Αθήνα 1998, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 41-44


 
Η Εκκλησία σήμερα
Τότε (στην εποχή των Αποοτόλων) η Εκκλησία ήταν ουρανός. Το ’γιο Πνεύμα καθοδηγούσε τον λαό. Το ’γιο Πνεύμα κατηύθυνε τον κάθε προεστώτα. Τον έκανε ένθεο!
Τώρα μας έμειναν μόνο τα σύμβολα από εκείνα τα χαρίσματα της πρώτης Εκκλησίας. Και σήμερα μιλούμε δύο ή τρεις, με τη σειρά. Σταματά ο ένας και αρχίζει ο άλλος (όπως τότε με τους χαρισματούχους). Όχι όμως, όχι, δεν είναι το ίδιο! Τα σημερινά είναι παλιές θύμησες, απομεινάρια χωρίς ουσία.
Βλέπετε μόλις αρχίσουμε να μιλούμε τι λέγει ο λαός από κάτω; «Τω Πνεύματί σου», δείχνοντας έτσι ότι τα παλιά χρόνια, όταν κήρυτταν, δεν έλεγαν δικά τους, δικές τους σοφίες, αλλ' ό,τι τους φώτιζε το ’γιο Πνεύμα...
Τώρα όμως όχι! Την γνώμη μου λέγω, όπως τα βλέπω εγώ. Σήμερα η Εκκλησία μοιάζει με μία ξεπεσμένη πλούσια κυρία, που έχει πια στην κατοχή της μονάχα ό,τι μαρτυρεί τις παλιές καλές της ημέρες. Δεν έχει πια πλούτη. Πάνε τα χρυσά της κοσμήματα. Τώρα κρατά μόνο τα άδεια κουτιά, τα άδεια σεντούκια.
Με αύτήν μοιάζει τώρα η Εκκλησία. Και δεν εννοώ τα χαρίσματα. Όχι. Αν ήταν μόνο αύτό, δεν θα ήταν τόσο μεγάλο το κακό. Εννοώ τη χριστιανική ζωή, εννοώ την αρετή!
( Λόγος ΣΤ΄ εἰςτήν Α΄ προς Κορινθίους . ΕΠΕ 18,Α, σ. 512)
 
Θέλει να γίνη δεσπότης...
Δεν πρέπει πολύ να φροντίζη κανείς για το τι θα πουν οι άλλοι. Επάνω σ' αυτό θα σας πω κάτι σχετικό, που συνέβη σε κάποιο φίλο μου. Κάποτε, πάνε αρκετά χρόνια, είχε πέσει οργή Θεού (στην πόλη μας, την Αντιόχεια). Ο φίλος μου, που σας μιλώ, ήταν τότε πολύ νέος. Ήταν διάκονος. Ο επίσκοπός του εκείνο τον καιρό έλειπε. Δεν ήταν στην πόλη.
Όπως ήταν φυσικό, την ευθύνη για τα θέματα της Εκκλησίας την είχαν οι πρεσβύτεροι. Αυτοί, ανάμεσα στα άλλα, θα έπρεπε να φροντίσουν και για τους κατηχουμένους. Εκείνες τις μέρες θα τους βάπτιζαν.
Δυστυχώς κανείς από τους πρεσβυτέρους δεν πρόσεξε αυτό το ζήτημα. Αλλά τι έκαναν; Μέσα σε μία νύχτα άρχισαν να βαπτίζουν χιλιάδες κατηχουμένους. Απλώς τους δέχονταν στα βαπτιστήρια της πόλεως και τους βάπτιζαν. Χωρίς κατήχηση, χωρίς προπαρασκευή, χωρίς να ξέρουν τίποτε, τους βάπτιζαν χριστιανούς. Αλλά τι χριστιανοί θα γίνονταν χωρίς προηγουμένως να ξέρουν το παραμικρό για την χριστιανική πίστη;
Ο φίλος μου λοιπόν ο διάκονος, σαν είδε αυτό που γινόταν εκείνο τον καιρό, απεφάσισε να ενεργήση μόνος του. Χιλιάδες νέοι χριστιανοί, χωρίς προηγούμενη χριστιανική κατήχηση; Γι' αυτό, μπροστά στην αδιαφορία των πρεσβυτέρων, έκαμε αυτός το εξής. Έπαιρνε ιδιαίτερα τους βαπτισθέντες και τους κατηχούσε. Σχημάτισε ομάδες από εκατό ή και διακόσια άτομα και τα δίδασκε τις χριστιανικές αλήθειες. Συγκεκριμένα δεν τους έκαμε συστηματική διδασκαλία. Όχι! Αυτό έπρεπε να 'χε γίνει ή ας το έκαναν αργότερα μόνοι τους.
Ο διάκονος, ο νεαρός φίλος μου, τους μιλούσε σχετικά με τα μυστήρια, τα οποία για πρώτη φορά είχαν γευθή. (Τουλάχιστον να ήξεραν τι συνέβη όταν βαπτίσθηκαν ή όταν πρώτη φορά κοινώνησαν τα ’χραντα Μυστήρια). Μάλιστα (σύμφωνα με την αρχαία εκκλησιαστική τάξη) δεν επέτρεπε στις συγκεντρώσεις των νεοφωτίστων που ωργάνωνε να είναι παρόντες άβάπτιστοι.
Να όμως που τον παρεξήγησαν! Πολλοί, σαν είδαν με τι ζήλο συγκέντρωνε τους νεοφώτιστους και τους κατηχούσε, είπαν μεταξύ τους καχύποπτα:
— Τον βλέπετε τον φιλόδοξο, τον αρχομανή; Από τώρα θέλει να γίνη δεσπότης! Γιατί νομίζετε τα κάνει όλα αυτά;
Και όμως ο καλός εκείνος διάκονος, επειδή δεν είχε τέτοια πρόθεση, δεν έδωσε σημασία στα πικρόχολα σχόλια όσων τον επέκριναν. Συνέχισε να διδάσκη τις αλήθειες της πίστεως στους νεοφώτιστους. Όχι όμως για πολύ. Ύστερα από λίγο σταμάτησε.
Σας ερωτώ λοιπόν εκείνος έφταιγε που σκανδαλίσθηκαν μερικοί; Όχι βέβαια. Ο φίλος μου εκείνος, ο νεαρός ζηλωτής διάκονος, δεν ήταν αρχομανής. Αν αυτό που έκαμε, το έκαμε χωρίς να υπάρχη λόγος, τότε μάλιστα. Αλλά ύπήρχε λόγος. Ήταν σωστό χιλιάδες άνθρωποι να βαπτισθούν χωρίς προηγουμένως να γνωρίζουν το παραμικρό για την πίστη, που φαινομενικά ασπάζονταν; Έπειτα, για λίγο διάστημα, έκανε τον δάσκαλο. 'Υστερα σταμάτησε. Πού, λοιπόν, η φιλαρχία του; Γι' αυτό ας λαμβάνουμε υπόψη την γνώμη των άλλων μέχρι εκείι που πρέπει...
(Λόγος ΜΣΤ΄ εἰς τά Πράξεις των Αποστόλων, ΑΑΠ, 79, 263).
 
Ανάμεσα στους γέροντες
Πόσο όμορφη είναι αυτή η πνευματική ελιά (ο επίσκοπός μας)! Τα κλαδιά της γέρασαν, έχασαν την παλιά τους ακμή, την πρώτη τους θαλερότητα. Τι γλυκός όμως, πόσο ώριμος ο καρπός της!
Τα δέντρα της Εκκλησίας δεν μοιάζουν με τα δέντρα της γης. Τα δέντρα της γης, σαν περάσουν τα χρόνια, χάνουν, ρίχνουν κατά γης το φύλλωμά τους, απογυμνώνονται. Αν πης και για τον καρπό τους, αυτός δεν είναι παρά λιγοστός, χωρίς πολλή γεύση, άγουρος, άνοστος.
Αντίθετα, τα δέντρα της Εκκλησίας, όταν γεράσουν, τότε γεμίζουν, φορτώνονται με καρπούς. Αυτό δεν είδαμε σήμερα; Γέροντας είναι ο επίσκοπός μας, όμως τι καρπούς πνευματικούς μας φίλεψε!
Γι' αυτό και δεν μίλησα. ’κουγα κι εγώ μαζί σας προσεκτικά. Έτσι έπρεπε να γίνη. Νέος εγώ άνάμεσα σε τόσους γέροντες παρόντες, που ξέρουν μάλιστα να μιλούν τόσο καλά, ώφειλα να κάνω ησυχία. Να καθήσω και να μη μιλώ.
Έπειτα, έτσι μας συμβουλεύει και η Αγία Γραφή. Ο νέος να μη λέγη πολλά. Ο γέρος, ο συνετός και φρόνιμος, εκείνος να μιλά. Δεν ακούτε τι λέγει απευθυνόμενη στον νέο; «Λάλησον, νεανίσκε, ει χρεία σου, μόλις δις εάν επερωτηθής· κεφαλαίωσον εν ολίγοις πολλά» (Σοφία Σειράχ 32,7-8). Ενώ του γέροντα τι του λέγει; «Λάλησον, πρεσβύτερε, πρέπει γαρ σοι...» (Σοφία Σειράχ 32,3).
Τόση ευχαρίστηση προκαλεί η εμπνευσμένη και με τέχνη διδασκαλία του γέροντα διδασκάλου, ώστε ξεπερνά ακόμη και την αισθητική απόλαυση της μουσικής. Γι' αυτό και δεν έπρεπε να μιλήσω. Αυητός, ο γέροντας επίσκοπός μας, πρέπει να ομιλή, να διδάσκη.
Αλλά πάλι θα σας πω, εκείνο που τόσες φορές έχω επαναλάβει· δεν μπορώ να υποφέρω την τυραννία σας, την αγάπη, την προθυμία σας! Αδύνατο να ξεφύγω. Η ανάγκη των πραγμάτων δεν με αφήνει.
Γι' αυτό πάλι άρχίζω τον αγώνα μου. Ξεκινώ τον δρόμο μου τον συνηθισμένο. Αν και δεν είναι εύκολο το λέγειν. Αντίθετα μάλιστα. Είναι πολύ έπίπονο πράγμα! Εν τούτοις εγώ με πολλή ευκολία, με άνεση το εξασκώ. Προς Θεού! Όχι γιατί είμαι τόσο δυνατός στο λέγειν. Όχι! Εσείς είστε η αιτία, εσείς οι ακροαταί με την τόση προθυμία σας.
(Δ΄ Ομιλία εἰς το΄ςυ αγ. Μακκαβαίους, 395Β κεξ. Α.Α.Π. 24)

Γύρω από μία συζήτηση
Κάποτε άκουσα έναν χριστιανό να συζητή με έναν ειδωλολάτρη. Συζητούσαν και μάλωναν με γελοίο τρόπο. Προσπαθούσαν με τα επιχειρήματά τους ο ένας να ρίξη τον άλλο. Χωρίς να το θέλουν χρησιμοποιούσαν στη συζήτησή τους λανθασμένα έπιχειρήματα. Συγκεκριμένα ο χριστιανός ανέπτυσσε επιχειρήματα του ειδωλολάτρη και ο ειδωλολάτρης πάλι ανέφερε τα επιχειρήματα του χριστιανού.
Σύγχυση! Αλλά τι συζητούσαν; Το θέμα της συζητήσεώς τους ήταν: ποιός είναι ανώτερος, ο Πλάτωνας ή ο Παύλος. Ο μεν ειδωλολάτρης υπεστήριζε με πάθος ότι ανώτερος ήταν ο Πλάτωνας. Όλη η επιχειρηματολογία του είχε στόχο να αποδείξη, ότι ο Παύλος ήταν αγράμματος, ένας απλοϊκός, κοινός άνθρωπος, που ποτέ δεν θα μπορούσε να σταθή δίπλα στον σοφό, στον μεγάλο Έλληνα φιλόσοφο.
Από τη μεριά του πάλι ο χριστιανός αγωνιζόταν ο αφελής να αντικρούση τα επιχειρήματα του ειδωλολάτρη αποδεικνύοντας, ότι ο Παύλος ήταν πιο λόγιος από τον Πλάτωνα, χωρίς να ξέρη ο δυστυχής ότι μόνος του έδινε τη νίκη στον ειδωλολάτρη!
Γιατί, αν πράγματι ήταν έτσι, όπως το υπεστήριζε με πείσμα, ότι δηλαδή ο Παύλος ήταν πιο λόγιος, πιο μορφωμένος από τον Πλάτωνα, τότε φυσικό ήταν πολλοί να του πουν, ότι η νίκη του Παύλου, η διάδοση δηλαδή του Ευαγγελίου, δεν οφειλόταν στη χάρη του Θεού, αλλά στην ευγλωττία του άποστόλου. Να γιατί το επιχείρημα του χριστιανού ήταν υπέρ του ειδωλολάτρη.
Το ίδιο συνέβαινε και με τον ειδωλολάτρη, που θεωρούσε πολύ ανώτερο στην σοφία τον Πλάτωνα από τον Παύλο. ’θελα του υπεστήριζε με τα επιχειρήματά του τον χριστιανό. Γιατί αν ο Παύλος, μολονότι σύμφωνα με την εκδοχή του ήταν άγράμματος, τράβηξε κοντά του όλους τους μαθητές του Πλάτωνα, τότε αποδεικνύεται ότι το κήρυγμά του δεν ήταν καρπός άνθρωπίνης σοφίας, αλλά της θείας χάριτος!
Γι' αυτό θα πρέπη, όταν συζητούμε παρόμοια θέματα με τους ειδωλολάτρες, για να μη γίνουμε γελοίοι, να κατηγορούμε τους αποστόλους ως αμαθείς. Η αγραμματωσύνη τους αποτελεί εγκώμιο!
(Γ΄ Ομιλία εις την Α΄ προς Κορινθίους. ΕΠΕ 18 , 74).

Βίος και Πολιτεία π. Ιουστίνου Πόποβιτς Αλεξίου Παναγόπουλου, Βίος και Πολιτεία π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Πάτρα 1995, εκδ. Διψώ, σελ. 61-67


 
Η εντρύφησή του στο χώρο της Δογματικής τον οδήγησε στην συγγραφή και εκδοσή αυτού του θαυμάσιου έργου, στο όποιο φαίνεται καθαρά η γνώση του στη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων και της θεόπνευστης Θεολογίας των. Το τι σήμαιναν γι αυτόν οι ’γιοι Πατέρες και η δογματική τους Θεολογία το μαρτυρούν τα ακόλουθα λόγια του: Ορθοδοξία είναι η ορθή πίστη των αγίων. Αγιότητα είναι η ζωή εν Πνεύματι Αγίω και με το Πνεύμα το ’γιο. Δεν υπάρχει Ορθοδοξία εκτός των αγίων, υπεράνω της πνευματικότητας. Στον κόσμο της ανθρώπινης πραγματικότητας η αγιότητα είναι το μέτρο της ορθοδοξίας. Το μέτρο της αγιότητας είναι το μέτρο της ορθοδοξότητας. Ορθόδοξο είναι μόνο ό,τι προέρχεται από τους πνευματοφόρους αγίους, απ' τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας. Ορθόδοξη Θεολογία είναι μόνο η Ευαγγελική Θεολογία, γιατί προέρχεται από το ’γιο Πνεύμα, γιατί προέρχεται από τους πνευματοφόρους Απόστολους και τους Αγίους Πατέρες: Θεολογία εν Αγίω Πνεύματι... Η αληθινή, Ευαγγελική Θεολογία, υπάρχει μόνο με Πνεύμα ’γιο, αποκτά Αυτώ και πραγματοποιείται μόνο μέ Αυτό. Γι' αυτό για μας τους ορθόδοξους οι πνευματοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας είναι οι δίκαιοι θεολόγοι, οι μοναδικοί γνώστες των μυστηρίων της Θεολογίας, οι μοναδικοί διδάσκαλοι της αιώνιας άλήθειας του Τρισυπόστατου Θεού. Αυτοί είναι οι οδηγοί μας, αυτοί είναι οι διδάσκαλοι της ορθοδοξίας, αυτοί είναι οι σάλπιγγες του Αγίου Πνεύματος, αυτοί είναι οι μύστες της Αγίας Τριάδος, αυτοί είναι οι οφθαλμοί του Χριστού. Γι' όλα αυτά, αυτοί είναι το μέτρο και το κριτήριο κάθε ορθόδοξου, κάθε ευαγγελικού. Ό,τι δεν προέρχεται από αυτούς, ό,τι δεν υπάρχει στο πνεύμα αυτών, δεν είναι ορθόδοξο. Μόνο ό,τι είναι παραδεκτό απ' αυτούς, ο,τι αναφέρεται στην διδασκαλία τους, είναι ορθόδοξο, είναι ευαγγελικό, είναι αιώνιο. Η μελέτη των Αγίων Πατέρων είναι διδακτική για τον ορθόδοξο Θεολόγο. Στα έργα τους βαπτίζεται ωσάν σε ζωοποιό ύδωρ και πετά προς την αιώνιο ζωή. Η ψυχή ευφραίνεται, η αίσθηση γίνεται αθάνατη, ο λογισμός ενισχύεται και πετά στα καθάρια ύψη του αετού. Και αναπτύσσεται με όλες τις θείες αλήθειες, οι οποίες αποκτούνται με την αναζήτηση της Θείας Σοφίας ( Logosnost ). Η λέξη αυτή Logosnost , εισάγεται για πρώτη φορά από τον π. Ιουστίνο, εκφράζει μια βασική αλήθεια της ορθόδοξης πατερικής θεολογίας. Το περιεχόμενο και το νόημά της είναι χριστολογικό. Η Logosnost , σημαίνει την υπό του Θεού Λόγου δύναμη και ενέργεια, την θεία σφραγίδα Του και την θεία Σοφία Του, που εναπέθεσε η δημιουργική παλάμη Του, σε όλη την κτίση, η οποία δι' Αυτού, του Λόγου, εγένετο (Ιωαν. 1, 3).
Από αγάπη προς τους Αγίους και την αγιοπατερική ορθόδοξη θεολογία, όταν ο π. Ιουστίνος διορίστηκε στην Εκκλησιαστική Σχολή του Karlovac, μαζί με τον ιερομόναχο Ειρηναίο Τσόρτσεβιτς προσπάθησαν να εισαγάγουν στην Σχολή το μάθημα της Αγιολογίας, ως υποχρεωτικό μάθημα (1). Γιατί από την αρχή ήταν αντίθετος με την σχολαστική και προτεσταντική θεολογία του ορθολογισμού καθώς και αυτού του τρόπου διαπαιδαγώγησης των νέων ψυχών. Για τον π. Ιουστίνο η ορθή χριστιανική διδασκαλία, πάντοτε ήταν συνδεδεμένη με την αγιότητα και τους αγίους, δηλαδή με την άσκηση και την ασκητικότητα: Αγιότητα είναι άσκηση, γι' αυτό και η παιδεία είναι άσκηση. Τα λόγια αυτά συνήθως τα έλεγε προς παρηγορία αυτών που μοχθούσαν για την απόκτηση της εκκλησιαστικής παιδείας, όμως και ο ίδιος δεν ήταν λίγες οι φορές που συναντούσε δυσκολίες και αδιαφορία άπό πολλούς. Όμως δεν αμφέβαλλε, πάντοτε την μέριμνά του εναπέθετε στον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό και στο έργο της σωτηρίας Του, του αγιασμού και της μεταμορφώσεως. Γι' αυτό έως και σήμερα έμεινε το ιδανικό πρότυπο μίμησης του διδασκάλου για τους μαθητές του, του πνευματικού γέροντα προς τα πνευματικά του τέκνα.
Ο π. Ιουστίνος δεν ήταν ο διδάσκαλος «εκ καθέδρας», αλλά πάνω απ' όλα ο ζωντανός και αληθινός μάρτυρας τοὒ Χριστού, γι' αυτό όλη η διδακτική ζωή του και το έργο του ήταν μια «καλή μαρτυρία», για τον Σωτήρα Χριστό, προς τον Οποίο καθοδηγούσε με παιδαγωγικό τρόπο τους μαθητές του. Πάμπολες είναι οι μαρτυρίες των μαθητών του, μια απ' αυτές αναφέρει: Η προσωπικότητα του παιδαγωγού μας, του π. Ιουστίνου, και ο τρόπος με τον οποίο μας εισήγαγε στα άδυτα του Ευαγγελίου, ήταν η αιτία που μας συνάρπασε και μας συνέδεσε μέ αυτόν. Το ωραιότερο και αξιότερο έργο του ήταν ότι μας δίδαξε να αγαπούμε τον Χριστό. Η αγάπη για τον Χριστό, καθαρή αμόλυντη, ήταν αυτή που μας συνένωνε με τον παιδαγωγό μας, ο οποίος για πολλούς από μας έγινε ο πνευματικός πατήρ. Γι' αυτό όλοι τον φωνάζαμε πατέρα Ιουστίνε.
Το παιδαγωγικό του έργο για τους μαθητές του, το θεωρούσε ως έργο για την αιώνια ζωή, γιατί όπως ο ίδιος έλεγε: «Οποιος δεν διδάσκει την αιώνιο ζωή, είναι ψεύτικος παιδαγωγός. Η παιδαγωγική του μέθοδος ήταν μόνο το Ευαγγέλιο και ο σκοπός πάλι ευαγγελικός: «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ ύμών ο εν τοϊς ούρανοϊς τέλειος έστιν» (Ματ. 5, 48). Με την πνευματική έγρήγορση και την άδιάλειπτη προσευχή, δίδασκε στα παιδιά το ορθόδοξο βίωμα, την ζωή της άσκησης και των αρετών.
Δεν ήταν όλοι οι μαθητές του δεκτικοί στον παιδαγωγικό τρόπο της διδακτικής του, όμως ήταν σίγουροι ότι τους άγαποΰσε και προσευχόταν γι' αυτούς. Μια μελέτη του περί παιδαγωγίας (2), φανερώνει πραγματικά τι σήμαινε γι' αυτόν παιδαγωγία: Το να οδηγήσεις τον μαθητή σου στην πρακτική του Ευαγγελίου, είναι ο σκοπός του ορθόδοξου Θεολόγου παιδαγωγού. Αυτό και τίποτα άλλο. Όποιος θέτει άλλο σκοπό είναι Χριστομάχος. Ο θαυμαστός Κύριος Ιησούς ήλθε σε αυτόν τον κόσμο, ταπεινωθείς εως θανάτου, για να γίνει τα πάντα εν πάσι. Όποιος έρχεται μακράν Αυτού, δίχως Αυτόν, είναι εναντίον Του, ως άφρων και ληστής. Η συνείδηση περί Αυτού ως μοναδικού και απερινοήτου Θεού και Κυρίου, ενυπάρχει σε κάθε αληθινή χριστιανική ψυχή. Αν η παιδαγωγική μέθοδος δεν οδηγεί προς Αυτόν, τότε αναμφισβήτητα οδηγεί, όχι στον Χριστό, αλλά στον Αντίχριστο. Η ορθόδοξη παιδαγωγία, προσπαθεί ώστε το Ευαγγέλιο του Σωτήρα να κερδίσει όλη την ψυχή του ανθρώπου, σε όλα τα μήκη και όλα τα πλάτη της, και κατ' αυτό τον τρόπο να μεταμορφώσει τον άνθρωπο σε αιώνια ύπαρξη και σε θεάνθρωπο. Γι' αυτό η ορθόδοξη παιδαγωγία είναι μια πολύπλευρη προσωπική άσκηση. Δεν μπορεί να εφαρμοστεί με την βία, ούτε μηχανικά. Απ' αρχής εως τέλους επαφίεται στην ελεύθερη βούληση, είναι προσωπικό έργο του ανθρώπου ως κατόχου και φορέα της ίδιας του της ψυχής. Γι' αυτό είναι απαραίτητο να υπάρχει αδιάκοπη πνευματική προσπάθεια, προσωπικός άγώνας. Η διαπαιδαγώγηση στο πνεύμα του Ευαγγελίου δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ευαγγελική συνεργασία του παιδαγωγού και του παιδαγωγούμενου, και όλων εν Χριστώ. Σ' αυτό υπάρχει η χαρά και η βάσανος, η χαρά, γιατί ο άνθρωπος αγωνίζεται για την πραγμάτωση της αληθινής ευαγγελικής χαράς και βάσανος, γιατί είναι δύσκολο να δαμάσεις την ψυχή και ελεύθερα να άκολουθήσεις τις θείες ευαγγελικές έντολές... Αρχή της ευαγγελικής παιδαγωγίας του ανθρώπου, είναι να γίνει ο άμείλικτος κριτής προς τον ίδιο τον εαυτό του. Ευαγγελικός κριτής, που σημαίνει: Αδιαλείπτως και ακούραστα να κρίνει με γνώμονα το Ευαγγέλιο, κάθε λογισμό του, κάθε επιθυμία του, κάθε αίσθησή του, κάθε έργο του. Όλα αυτά θεόπνευστα έχουν εκφραστεί στα αγιοπατερικά λόγια: «Η αυτοκριτική είναι η αρχή της σωτηρίας».Ο Κύριος Ιησούς Χριστός έκανε φανερή τη πορεία του κόσμου μέσα από την προφητική του παραβολή περί του θερισμού και του σπόρου. Αυτή η παραβολή είχε εφαρμογή και στη πρακτική ζωή της Εκκλησιαστικής μας Σχολής. Η καλή γη καρποφορούσε τα εκατό ή τα εξήκοντα αλλά υπήρχαν και οι τριβόλοι που πολλούς σπόρους κατέστρεψαν και οι λίθοι επίσης το ίδιο. Όμως, αυτός είναι ο λόγος που ο Ουράνιος Θεριστής, με τις δικές μας ικεσίες και προσευχές, αυξάνει την καλή γη, στις ψυχές των παιδαγωγουμένων Του.
'Ιδιαιτερα, ο π. Ιουστίνος, προσευχόταν για τους μαθητές του ωσάν για τα πνευματικά του τέκνα και μεριμνούσε προσωπικά για τα σωματικά και πνευματικά τους προβλήματα και τις δοκιμασίες. Αυτή η φροντίδα του για τους μαθητές του δεν σημαίνει ότι τον είχε κάνει ελαστικο απέναντί τους. Αντίθετα γινόταν φοβερά αυστηρός όταν π.χ. έβλεπε μαθητές του να καπνίζουν, πράγμα απαγορευμένο για μαθητές. Τότε τους έλεγε: Μου είναι αδύνατο να σκεφθώ τον Αποστολο Παύλο με τσιγάρο στο στόμα! Θαυμαστή είναι η υπεράσπισή του για τον μαθητή του, Τύχομιρ Κόστιτς (αργότερα επίσκοπο Ζίτσης Βασίλειο) όταν κάποιοι καθηγητές θέλησαν να τον διώξουν από την Σχολή επειδή τηρούσε αυστηρά τις καθορισμένες νηστείες της εκκλησίας. Όμως, ο ίδιος ο π. Ιουστίνος τους βοηθούσε όχι μόνο πνευματικά, μα και υλικά, όταν τελείωναν τις σπουδές τους και με προσευχές και δάκρυα τους ευχόταν καλή σταδιοδρομία (3). Εκείνο τον καιρό στην Σχολή είχε πολύ αφιερωθεί στην διδασκαλία και την Θ. Λειτουργία και τότε έλαβε και τον δεύτερο βαθμό της ιερωσύνης.

Σημειώσεις
(1)Τό κείμενο της αιτιολογίας για την εισαγωγή του μαθήματος αυτού δημοσιεύθηκε στο περιοδικό: Hriscanski Z ivot, br . 3, 1923. Τον καιρό εκείνο ο ίδιος ο π. 'Ιουστινος ήταν συντάκτης του περιοδικού.
(2) Εκφωνήθηκε και ως λόγος στην Εκκλησιαστική Σχολή Μοναστηρίου - Bitola και τυπώθηκε στο: Izvestaj , το ίδιο ακαδημαϊκό έτος 1932/33.
(3) Υπάρχει, σημειωμένο, στο προσωπικό του ημερολόγιο, στις 15 Ιουνίου 1925: Στο δωμάτιό μου προσευχόμουν για τους τελειόφοιτους, να τους καθοδηγήσει ο Κύριος σε όλη τους την ζωή, «θρήνος, δάκρυα και θλίψη, που θα τους αποχωριστώ».

Tο έργο του Ευσεβίου «Εις τον βίον Κωνσταντίνου» ως πρότυπο του Βίου Βασιλείου Παναγιώτη Πούλου


Το είδος του Βίου Βασιλείου (στο εξής ΒΒ) αναμφίβολα αποτελεί ένα διφορούμενο ζήτημα για την βυζαντινή λογοτεχνία. Πολλοί ερευνητές εξέφρασαν διαφορετικές απόψεις ως προς το ειδολογικό ζήτημα. ’λλοι υποστήριξαν ότι πρόκειται για εγκώμιο, άλλοι για βιογραφία και άλλοι για ιστοριογραφικό έργο. Η επιχειρηματολογία του Jenkins, περί των εγκωμιαστικών στοιχείων του ΒΒ, κινήθηκε προς τη σωστή κατεύθυνση, με αποτέλεσμα το άρθρο του να αποτελέσει αφετηρία συζητήσεων για τους μετέπειτα ερευνητές. Η σπουδαιότητα του άρθρου έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι πλέον κανείς δεν αμφισβητεί τα εγκωμιαστικά στοιχεία του ΒΒ, αλλά η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το είδος του έργου και ποιες πηγές είχε ο συγγραφέας στο δεξί του χέρι. Παρόλα αυτά, κατά τη γνώμη μας, αν και αποτελεί ένα κλασικό άρθρο για τον ΒΒ εν τούτοις περιορίστηκε μόνο στην περιγραφή των εγκωμιαστικών στοιχείων μη επισημαίνοντας και τις υπόλοιπες λειτουργίες του.
Προτού όμως προβούμε στην ένταξη του ΒΒ είτε στο είδος του εγκωμίου είτε της βιογραφίας κρίνουμε σκόπιμο να δούμε πως ορίζονται επ' ακριβώς τα δύο αυτά λογοτεχνικά είδη 1. Ως βιογραφία χαρακτηρίζεται η ενδιάμεση μορφή ανάμεσα στο εγκώμιο και στην ιστοριογραφία. Το είδος αυτό αναπτύχθηκε κατά την αρχαιότητα και άνθισε ιδιαιτέρως την περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Βασική επιδίωξή της είναι η προβολή του χαρακτήρα του ήρωα, του ήθους και των πράξεών του. Όλα αυτά παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά. Το υλικό δύναται να παρουσιαστεί ποικιλοτρόπως με ανέκδοτα, αποφθέγματα, κατάλογο έργων κ.α. Κεντρικά πρόσωπα της ύστερης Ρωμαϊκής βιογραφίας ήσαν αυτοκράτορες, όπως η Ιστορία του Αυγούστου, φιλόσοφοι, όπως ο Διογένης ο Λαέρτιος και ρήτορες, όπως οι Βίοι των σοφιστών. Από αυτό το είδος της βιογραφίας προέκυψε η αγιολογία με την παραγωγή έργων όπως ο Βίος του Μέγα Αντωνίου από τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος με τη σειρά του αποτέλεσε το πρότυπο για την συγγραφή των μεταγενέστερων βίων αγίων. Η βιογραφία της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου εδραζόταν στην παρουσίαση του βίου του ήρωα ως συνεχούς ακμής από την ημέρα που γεννήθηκε μέχρι και την ημέρα του θανάτου. Οι βυζαντινές κοσμικές βιογραφίες δεν παράγονταν σε μεγάλο αριθμό. Επίσης, η οριοθέτηση του είδους τόσο από την αγιολογία όσο και από την ιστοριογραφία δημιουργεί κάποιες ασάφειες. Για παράδειγμα ο ΒΒ, αν και προσγράφεται σαν βιογραφία συμπεριλαμβάνεται στη μεγάλη ιστορική συλλογή της Συνέχειας Θεοφάνους (στο εξής ΣΘ). Το ίδιο παρατηρούμε ότι συμβαίνει και με την Αλεξιάδα η οποία χαρακτηρίζεται ως ιστορικό έργο. Και στο έργο της ’ννας Κομνηνής βλέπουμε την ιστορική αφήγηση να περιστρέφεται γύρω από τον αυτοκράτορα πατέρα της. Με δεδομένο όμως ότι η συγγραφή και αυτής της ιστορίας εκπορεύεται από την αυτοκρατορική οικογένεια δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αντικειμενική. Ομοίως και η ’ννα βλέπουμε να έχει ως πρότυπό της τον Πολύβιο αλλά και τον Θουκυδίδη.
Εγκώμιο ή πανηγυρικό λόγο ονομάζουμε έναν επαινετικό λόγο. Ο Μένανδρος στο εγχειρίδιο ρητορικής ορίζει ως εγκώμιο το έργο εκείνο το οποίο επαινεί ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Κατά τον Μένανδρο, το εγκώμιο περιορίζεται απλά στον έπαινο κάποιου ατόμου, όπως του αυτοκράτορα, του πατριάρχη κ.α. Τα εγκώμια προσφωνούνταν σε κάποια συγκεκριμένη περίσταση, όπως στον γάμο (επιθαλάμια), στις κηδείες (επιτάφιοι λόγοι) κ.α. Εγκωμιαστικά στοιχεία, φυσικά, εντοπίζονται και σε ιστορικά έργα. Από την άλλη το εγκώμιο μπορεί να περιλαμβάνει και υβριστικό περιεχόμενο για κάποιο άτομο. Τέλος, οι πανηγυρικοί λόγοι αποκτούν μεγάλη διάδοση από τον 11 ο αιώνα.
Όπως είδαμε ο Jenkins χαρακτηρίζει τον ΒΒ ως εγκώμιο. Κατά την άποψή μας, σωστά ο ερευνητής επεσήμανε τα εγκωμιαστικά στοιχεία του ΒΒ για τα οποία κανένας μας δεν αμφιβάλει. Παρόλα αυτά αν και τα εγκωμιαστικά στοιχεία υφίστανται, αυτά από μόνα τους δεν επαρκούν για να χαρακτηρίσουν το έργο του λόγιου αυτοκράτορα ως εγκώμιο. Όπως προαναφέραμε, ένας λόγος δύναται να χαρακτηρισθεί ως εγκώμιο όταν εκφωνείται σε κάποια συγκεκριμένη περίσταση. Φυσικά το μελετώμενο έργο δεν εκπληρώνει την παραπάνω προϋπόθεση. Ο ΒΒ δεν προσφωνήθηκε ποτέ, αλλά αντιθέτως αποτέλεσε τμήμα του ιστορικού έργου της ΣΘ. Επομένως αυτομάτως αναιρείται κάθε προσπάθεια για ένταξη σε αυτό το λογοτεχνικό είδος.
Ο Μένανδρος για τον βασιλικό λόγο ορίζει: «μετὰ τὴν πατρίδα καὶ μετὰ τὸ γένος τρίτον κεφάλαιον τὸ περὶ τῆς γενέσεως, ὡς ἔφαμεν, < καὶ > εἴ τι σύμβολον γέγονε περὶ τὸν τόκον ἢ κατὰ γῆν ἢ κατὰ οὐρανὸν ἢ κατὰ θάλασσαν <καὶ> ἀντεξέτασον τοῖς περὶ τὸν Ῥωμύλον καὶ Κῦρον καὶ τοιούτοις τισί» 2, αλλά και « μετὰ τὴν γέννησιν ἐρεῖς τι καὶ περὶ φύσεως, οἷον ὅτι εξέλαμψεν ἐξ ὠδίνων εὐειδὴς τῷ κάλλει καταλάμπων τὸ φαινόμενον ἀστέρι καλλίστῳ τῶν κατ' οὐρανῶν ἐφάμιλλος» 3. Σε αυτό το σημείο θα διαφωνήσουμε με την Codeso η οποία ατυχώς επισημαίνει ότι στον ΒΒ δεν διαβάζουμε απολύτως τίποτα για τη γέννηση και την φύση του ιδρυτή της Μακεδονικής δυναστείας 4. Στην συνέχεια των Μενάνδριων συμβουλών διαβάζουμε: «ἐξῆς δὲ κεφάλαιόν ἐστιν ἡ ανατροφὴ, εἰ ἐν βασιλείοις ἀνετράφη, εἰ αλουργίδες τὰ σπάργανα, εἰ ἐκ πρώτης βλάστης ἐν βασιλικοῖς ἀνετράφη κόλποις· ἢ οὐχ οὕτως μέν, ἀνελήφθη δὲ εἰς βασιλείαν νέος ὢν ὑπὸ τινος μοίρας εὐτυχοῦς» 5. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι στον ΒΒ η ανατροφή δεν επεξεργάζεται μετά το θέμα της γέννησης, αλλά αρκετά μετά την παρέκβαση του ψόγου του Μιχαήλ Γ΄.
Σε άλλο σημείο ο Μένανδρος αναφέρει για τον βασιλικό λόγο: «ἐπιτηδεύματα ἤθους ἔμφασιν περιέχει, οἶον ὅτι δίκαιος ἐγένετο ἢ σώφρων ἐν τῇ νεότητι, καθάπερ καὶ Ἰσοκράτης ἐποίησεν ἐν τῷ Εὐαγόρα, ἐν οἷς καὶ μικρὸν προελθὼν εἶπεν, ἀνδρὶ δὲ γενομένῳ ταῦτά τε πάντα συνηυξήθη καὶ ἄλλα προσεγένετο» 6. Βλέπουμε ότι οι αρετές του Βασιλείου Α΄, που περιγράφονται στον ΒΒ, δεν ταυτίζονται με αυτές του Μενάνδρου. Το επιχείρημα λοιπόν ότι ο Μένανδρος αποτελεί το πρότυπο συγγραφής του ΒΒ εξασθενεί με δεδομένες τις προαναφερθείσες αποκλείσεις από αυτόν.
Οι διαφοροποιήσεις από το εγκώμιο συνεχίζονται τόσο στον πρόλογο όσο και στον επίλογο. Ορθά επισημαίνει η Van Hoof ότι ο πρόλογος διαφέρει αισθητά από τον αντίστοιχο πρόλογο των εγκωμίων. Ο λόγιος αυτοκράτορας στον πρόλογο του ΒΒ μιλά για τον εαυτό του. Ακόμα και η σύνδεση του ΒΒ με τον Επιτάφιο Λόγο (στο εξής ΕΛ) του Λέοντα ΣΤ΄, όπως απέδειξε ο Αγαπητός, πρέπει να θεωρηθεί λανθασμένη εφόσον στον πρόλογο του ΕΛ ο Λέων ομιλεί για τον πατέρα του. Επιπλέον, το εγκώμιο πρέπει να περιλαμβάνει σύγκριση, «Μετὰ τὴν σύγκρισιν οἱ ἐπίλογοι. Ἐν τούτοις ἐρεῖς τὰς εὐετηρίας, τὰς εὐδαιμονίας τῶν πόλεων. Ἐπὶ τούτοις εὐχὴν ἐρεῖς αἰτῶν παρὰ θεοῦ εἰς μήκιστον χρόνον προελθεῖν τὴν βασιλείαν, διαδοθῆναι εἰς παῖδας, παραδοθῆναι τῷ γένει» 7. Ο ΒΒ δεν περιλαμβάνει τίποτα από τα προαναφερθέντα, ενώ δεν διαβάζουμε ούτε και την καταληκτήρια προσευχή που αναφέρει ο Μένανδρος. Αντιθέτως, όπως και στον πρόλογο, μιλά ο Κωνσταντίνος για τα επιτεύγματά του. Η διαφοροποίηση εντοπίζεται και στον επίλογο. Ο γιος του Λέοντα ΣΤ΄ Σοφού μπορεί στον επίλογο του ΒΒ να δίνει μια εγκωμιαστική περίληψη της ζωής του Βασιλείου όμως διαφοροποιείται και πάλι μιλώντας για τον εαυτό του. Αξίζει σχολιασμού και η έκταση που καταλαμβάνει ο ΒΒ στο ιστορικό έργο της ΣΘ. Σωστά η V. Hoof επισημαίνει ότι ο ΒΒ υπερβαίνει σε μεγάλο βαθμό την έκταση ενός κλασικού δείγματος εγκωμίου.
Η Codeso αναφέρεται σε κάποια αγιολογικά στοιχεία του ΒΒ 8. Στα αγιολογικού περιεχομένου έργα η παρουσία του θεϊκού στοιχείου φαίνεται να κυριαρχεί σε κάθε κίνηση του ήρωα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Βίος Κωνσταντίνου γραμμένος από τον Ευσέβιο Καισαρείας. Ο Jenkins δεν εντοπίζει όλα αυτά τα στοιχεία χαρακτηρίζοντας απλά τον ΒΒ ως εγκώμιο. Αντιθέτως, κατά τη γνώμη μας, ο ΒΒ θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως κοσμική βιογραφία, η οποία σαφώς χρησιμοποιεί τα εγκωμιαστικά στοιχεία της αγιολογίας.
Όπως είδαμε στον ορισμό της βιογραφίας, ως βίος χαρακτηρίζεται το έργο εκείνο όπου η ατομική ζωή ενός κεντρικού ήρωα αποτελεί το κύριο θέμα της αφήγησης. Ο τίτλος χαρακτηρίζει το έργο ως βιογραφία εφόσον πραγματεύεται την ζωή, τις πράξεις και τις ενέργειες ενός μόνο ήρωα. Η κριτική της V. Hoof 9 στον Jenkins αφορά και την διαφορά ανάμεσα στον Πλούταρχο και στον Κωνσταντίνο. Ο Πορφυρογέννητος παρουσιάζει μόνο την θετική πλευρά του παππού του, ενώ ο Πλούταρχος περιγράφει τον ηγεμόνα με τις αρετές και τα ελαττώματα του. Το έργο του λόγιου αυτοκράτορα αν και δύναται να χαρακτηρισθεί ως βιογραφία σίγουρα δεν είναι μία βιογραφία η οποία υπακούει στα πρότυπα του Πλουτάρχου. Σίγουρα δεν χαρακτηρίζεται και ως εγκώμιο όπως αυτό του Πολύβιου. Θα συμφωνήσουμε με τον Lemerle 10 ότι ο ΒΒ αποτελεί μία υποδειγματική βιογραφία, όπως ο εγγονός του επέλεξε να είναι. Σωστά ο Καρπόζηλος 11 υποστηρίζει ότι ο ΒΒ στηρίζεται στις βιογραφίες πριν από αυτόν. Οι προηγούμενοι του ΒΒ βίοι δομούνται γύρω από τον κεντρικό άξονα ενός βιογραφικού σχήματος με χρονολογική εξιστόρηση των γεγονότων. Επομένως, κατά την γνώμη μας, πρέπει να ομιλούμε για έναν ΒΒ γραμμένο με την μορφή βιογραφικού εγκωμίου και με σαφή πολιτική στόχευση.
Ο ΒΒ ταυτοχρόνως είναι και μια ιστορική αφήγηση στην οποία πραγματοποιείται ο απολογισμός της ζωής και της βασιλείας του ιδρυτή της Μακεδονικής δυναστείας. Ο ΒΒ δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εγκώμιο, διότι ο κύριος σκοπός του έργου είναι η αφήγηση και η εξιστόρηση της συμπεριφοράς και του ήθους ενός προσώπου. Μιλάμε λοιπόν για βιογραφία. Η δεύτερη λειτουργία που φέρει το κείμενο είναι αυτή της ιστορίας. Όλες οι πράξεις του Βασιλείου Α΄ λογίζονται ως μέρος της παγκόσμιας ιστορίας που επιθυμούσε ο Πορφυρογέννητος να γράψει.
Εύστοχα η V. Hoof 12 τονίζει ότι ο Κωνσταντίνος δεν γινόταν να είχε στο μυαλό του τον Μένανδρο. Αυτό αποδεικνύεται και από την άσκηση σκληρής κριτικής στον Μιχαήλ Γ΄ στην παρέκβαση του ψόγου. Ο ΒΒ δεν περιλαμβάνει μία απλή σύγκριση, όπως συμβαίνει στον Ισοκρατικό Ευαγόρα αλλά έναν ολόκληρο ψόγο. Η λειτουργία του ψόγου είναι απλή. Ο Κωνσταντίνος δεν επιθυμούσε να κατηγορήσει τον Μιχαήλ Γ΄ αλλά να δικαιολογήσει την πράξη δολοφονίας του Μιχαήλ Γ΄ από τον παππού του. Εν κατακλείδι δεν πρέπει να μιλάμε για εγκώμιο, εφόσον ο ΒΒ δεν είναι ένα ρητορικό εγκώμιο όπως ο Ευαγόρας του Ισοκράτη. Ο ΒΒ χαρακτηρίζεται ως μία εγκωμιαστική βιογραφία με καταφανείς τις κλασικές επιρροές. Τόσο η κοσμική όσο και η θρησκευτική βιογραφία παρέμειναν στενά συνδεδεμένες με το εγκώμιο και επομένως με τον τρόπο αυτό εξηγούνται τα εγκωμιαστικά στοιχεία.
Όπως αναφέρει ο Μαρκόπουλος η ιδέα σύνδεσης του Βασιλείου Α΄ με τους Αρσακίδες, από τη μεριά του πατέρα του, συναντάται πρώτη φορά στον ΕΛ του Λέοντα ΣΤ΄, ενώ η σύνδεση του Βασιλείου Α΄ με τον Μ. Κωνσταντίνο, από την μεριά της μητέρας του, γίνεται στον ΒΒ. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι επιχειρείται η εξ αίματος σύνδεση του Βασιλείου με τον Μ. Κωνσταντίνο πρώτη φορά στον ΒΒ. Όπως υποστηρίζει και η Αρβελέρ 14, όλα αυτά πρέπει να ενταχθούν στο πλαίσιο της Κωνσταντίνειας αντίληψης της ιστορίας η οποία κυριαρχούσε στα χρόνια του Πορφυρογέννητου. Συνεχίζοντας το παραπάνω επιχείρημα, ο Paul Alexander 15 υποστηρίζει ότι η αυτοκρατορική ιδεολογία, όπως αυτή διατυπώνεται στον ΒΒ, έχει τις ρίζες της στον 4 ο αιώνα και τον Μ. Κωνσταντίνο. Δεν πρέπει να λησμονούμε ακόμα ότι η προπαγάνδα αποτελούσε χαρακτηριστικό της Μακεδονικής δυναστείας. Όπως αναφέρει ορθά ο Μαρκόπουλος 16 τόσο η λογοτεχνία όσο και η τέχνη χρησιμοποιείτο για προπαγανδιστικούς λόγους. Ήδη στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο του 869 ο Βασίλειος Α΄ αποκαλείτο « Νέος Κωνσταντίνος » και η Ευδοκία « Νέα Ελένη ». Η προπαγάνδα διαπιστώνεται και στην εικονογραφία. Συγκεκριμένα στο χειρόγραφο Parisinus. gr. 510 βλέπουμε τον Βασίλειο Α΄ να περιβάλλεται από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ και να εντάσσεται στην παράδοση του Μ. Κωνσταντίνου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Βασίλειος Α΄ προβάλλεται από τον εγγονό του ως κάτι καινούργιο. Σε όλες τις εκφάνσεις της αυτοκρατορικής ζωής ο Βασίλειος επιφέρει την ανανέωση, από τις νίκες εναντίων των εχθρών του μέχρι τον εκχριστιανισμό των αλλοφύλων και την οικοδομική δραστηριότητα. Όπως ο Μέγας Κωνσταντίνος παρουσιάζεται ως το καινούργιο που επιφέρει την σωτηρία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έτσι και ο Βασίλειος προβάλλεται ως ο νέος Κωνσταντίνος.
Ο Πορφυρογέννητος, λοιπόν, γνωρίζοντας το παραπάνω σκεπτικό, όπως αυτό αποτυπώνεται στα κείμενα του 4 ου αιώνος, και κυρίως στο έργο του Ευσεβίου Καισαρείας Εἰς τὸν βίον Κωνσταντίνου, (στο εξής ΒΚ) το εφάρμοσε άριστα στον ΒΒ. Για παράδειγμα στο 6 ο βιβλίο της ΣΘ αναγνωρίζουμε δύο Κωνσταντίνους. Στην θέση του παλαιού διακρίνουμε τον Λακαπηνό ως κεντρικό άξονα του παρελθόντος και τον Πορφυρογέννητο ως δεύτερο νέο Κωνσταντίνο του μέλλοντος. 17 Μία σύγκριση μεταξύ του ΒΒ και του ΒΚ θα καταδείξει τις ομοιότητές τους.
Ο ΒΚ, όπως αναφέρει η Cameron 18, αποτελεί σημαντική πηγή για την ζωή του Μ. Κωνσταντίνου. ’λλες πηγές οι οποίες μας παραδίδουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον Μ. Κωνσταντίνο και την εποχή του είναι το ιστορικό έργο του Ζώσιμου 19, η Origo Constantini 20και η φυλλάδα De mortibus persecutorum 21. Η περιγραφή του Ωριγένη χαρακτηρίζεται γενικά ως ουδέτερη, αν και περιλαμβάνει κάποια χριστιανικά στοιχεία, ενώ αυτή του Ζώσιμου ως παγανιστική. Ο Μ. Κωνσταντίνος αποτελεί το κύριο θέμα για πέντε πανηγυρικούς λόγους της περιόδου 307- 321, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην συλλογή Panegyrici Latini 22. Αν και γνωρίζουμε ότι υπήρχε η Ιστορία του Πραξαγόρα σήμερα δυστυχώς καμία παγανιστική ιστορία δεν μας έχει σωθεί. Η ιστορία σχετικά με την ζωή του ιδρυτή της Μακεδονικής δυναστείας μπορεί να ελεγχθεί κάλλιστα από την αντιμακεδονική γραμματεία και συγκεκριμένα από το χρονικό του Συμεών Λογοθέτη 13. Το έργο του Ευσεβίου χωρίζεται σε 4 βιβλία τα οποία αφορούν όλα το πρόσωπο του Κωνσταντίνου Α΄, ενώ το έργο του λόγιου αυτοκράτορα εντάσσεται στην ΣΘ στην οποία κάθε βιβλίο πραγματεύεται την ζωή ενός και μόνο αυτοκράτορα.
Η στρατιωτική δραστηριότητα του Μ. Κωνσταντίνου παρουσιάζει διαφορές από αυτήν του Βασιλείου Α΄. Από την μια η περιγραφή των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Κωνσταντίνου εναντίον του Μαξεντίου και του Λικίνιου τείνει περισσότερο σε μία ρητορική δικαιολόγηση για τον τρόπο με τον οποίο ανήλθε ο Κωνσταντίνος στον θρόνο, γραμμένη από την χριστιανική πλευρά και με σαφή πολιτική στόχευση, ενώ στον ΒΒ, αφενός δεν υπάρχει η ανάγκη αυτή, αφετέρου ο όγκος της αφήγησης είναι πιο περιορισμένος.
Παρά τις προαναφερθείσες διαφορές εντοπίζουμε περισσότερες ομοιότητες. Ήδη από τον τίτλο και των δύο έργων δημιουργούνται ασάφειες, ενώ και τα δύο έργα περιλαμβάνουν πολλά βιογραφικά στοιχεία των δύο ηγεμόνων. Μία λεπτομερέστατη εξέταση της λογοτεχνικής αξίας του ΒΚ θα καταδείξει τις ομοιότητές του με τον ΒΒ.
Και στα δύο έργα προκύπτει το ερώτημα του λογοτεχνικού είδους. Είναι εγκώμιο, βιογραφία ή ιστορία; Πολλοί ερευνητές αναζήτησαν τα πρότυπα του Ευσεβίου είτε στις βιογραφίες των μεγάλων μορφών της αρχαιότητας – όπως τον Κύρο και τον Μ. Αλέξανδρο- είτε στην ιστορία των Εβραίων, όπως τον Μωυσή 24. Μία τέτοια ενδιαφέρουσα σύνδεση πραγματοποιεί ο Μαρκόπουλος 25, ο οποίος συσχετίζει τον Βασίλειο Α΄ με τον Δαβίδ λόγω της ταπεινής καταγωγής και των δύο.
O Pasquali 26 υποστήριξε ότι ο ΒΚ μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εγκώμιο, το οποίο συνετέθη μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου το 337, αλλά στην συνέχεια άλλαξε γνώμη υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για ένα απολογητικό έργο με πολιτική στόχευση λόγω των δυναστικών φόνων, την εξορία του Αθανασίου και την μετέπειτα ανάκλησή του από την εξορία λίγο μετά τον θάνατο του Μ. Κωνσταντίνου. Ο ΒΚ, κατά την Cameron, είναι ένα απολογητικό έργο με περισσότερους αποκλειστικούς σκοπούς 27. Ο Ευσέβιος, υποστηρίζει, πρέπει να είχε μπροστά του ως πηγές βιβλικά χωρία, νομικά κείμενα, λογοτεχνικά έργα και άλλα προηγούμενα δικά του έργα.
Κατά την γνώμη μας, ο ΒΚ, όπως και ο ΒΒ, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως εγκώμια. Σωστά κατά την άποψή μας η Anna Wilson 28 υποστηρίζει ότι ο ΒΚ δεν είναι μία αμιγώς συντεταγμένη βιογραφία, αλλά ένα σύνθετο έργο το οποίο συνδυάζει τα βιογραφικά στοιχεία με αυτά της πανηγυρικής γραφής του εγκωμίου. Για αυτό τον λόγο εξάλλου στην χειρόγραφη παράδοση ο ΒΚ προσγράφεται ως « Εἰς τὸν βίον Κωνσταντίνου ». Τόσο ο ΒΚ όσο και ο ΒΒ δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αμιγώς βιογραφικά έργα εφόσον η ζωή των δύο αυτοκρατόρων περιγράφεται με ποιο πανηγυρικό τρόπο. Σίγουρα πάντως και στα δύο έργα οι συγγραφείς έχουν σαφή απολογητική και πολιτική στόχευση.
Το ζήτημα της γνησιότητας συγγραφής από τον Ευσέβιο του ΒΚ 29 ή από κάποιο άλλο χέρι συναντάται και στον ΒΒ. Όπως στον ΒΚ, ομοίως και στον ΒΒ - όπου ερωτήματα εγείρονται αν το κείμενο προήλθε από την γραφίδα του Πορφυρογέννητου-, οι ερευνητές αμφιβάλλουν αν ο Ευσέβιος ήταν αυτός που έγραψε τον ΒΚ. Αρχικά η γνησιότητα του ΒΚ αμφισβητήθηκε από τον Gregoire 30, o οποίος ισχυρίστηκε ότι ο ΒΚ αποτελεί κείμενο που διασκευάστηκε αργότερα από τον Ευσέβιο επιλέγοντας συγκεκριμένα αποσπάσματα από τα υπόλοιπα έργα του. Παρόλα αυτά σήμερα πλέον λίγοι ερευνητές αμφισβητούν ότι ο ΒΚ γράφτηκε από τον Ευσέβιο. Ο Barnes 31, όπως και οι ερευνητές K. Aland, J. Moreau, A. Vogt, H. Dorries, δεν αμφισβητεί την γνησιότητα του έργου, αλλά βλέπει τον Ευσέβιο να εργάζεται ως αυτόν που συγκέντρωνε επίσημα έγγραφα. Η πανηγυρική γραφή που διαβάζουμε στον ΒΚ υποστηρίζει ότι προέρχεται από τον « Τριακονταετηρικὸ λόγο εἰς τὸν Κωνσταντίνο ». Ο Τριακονταετηρικός λόγος είναι ουσιαστικά ένα εγκώμιο του Ευσεβίου, ο οποίος εκφωνήθηκε στον ναό του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυμα το 335. Ομοίως και ο Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος διέθετε κείμενο σε πανηγυρική γραφή για τον παππού του, τον ΕΛ του πατέρα του 32.
Εκτός από αυτά τα εξωκειμενικά προβλήματα, τα οποία δεν μπορούν να αποδείξουν κάτι, απλά ως ενδείξεις λειτουργούν, τα σημαντικότερα εντοπίζονται στην δομή και το περιεχόμενο του ΒΚ. Τόσο στον ΒΒ, όσο και στον ΒΚ, παρατηρούνται πολλές αυτοαναφορές από τους συγγραφείς. Εύλογα θα υπέθετε κανείς ότι η εισαγωγή του Πορφυρογέννητου είχε ως πρότυπο τις αυτοαναφορές του Ευσεβίου. Η Al. Camero n 33 εντοπίζει τις πηγές των αυτοαναφορών του Ευσεβίου τόσο στην Εκκλησιαστική Ιστορία όσο και στον « Τριακονταετήριο λόγο εἰς τὸν βίον Κωνσταντίνου ».
Κεντρικό θέμα και στις δύο αφηγήσεις διαδραματίζει η θεϊκή προέλευση των δύο ηγεμόνων. Βασικό, επίσης, στοιχείο στο έργο του Ευσεβίου αποτελεί η αναπαραγωγή μιας εκδοχής κατά την οποία δικαιολογούνται όλες οι πράξεις του M. Κωνσταντίνου εναντίον του συναυτοκράτορά του Λικίνιου. Ο Ευσέβιος υπερασπίζεται τον ιδρυτή της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τις κατηγορίες διάλυσης της συμμαχίας Κωνσταντίνου – Λικίνιου, περιβάλλοντας την αφήγησή του με ιδεολογικούς και θρησκευτικούς όρους, σε τέτοιο βαθμό ώστε παρασυρμένος από τον πανηγυρικό λόγο και την ρητορική έξαρση φθάνει σε σύγκριση του Κωνσταντίνου με τον Μωυσή 34. Όπως ο Μωυσής οδήγησε τον αγαπημένο λαό του Θεού έξω από την τυραννίδα του Φαραώ, ομοίως και ο Μ. Κωνσταντίνος εξυμνείται, διότι οδήγησε τους χριστιανούς έξω από την τυραννίδα των διώξεων. Παραλλαγμένο το ίδιο μοτίβο, αντλημένο κατά τη γνώμη μας από τον ΒΚ, εφαρμόζεται άριστα στον ΒΒ. Ο Πορφυρογέννητος προβάλει τον παππού του ως τον απελευθερωτή της αυτοκρατορίας, αυτή την φορά από την τυραννία ενός ανίκανου αυτοκράτορα, του Μιχαήλ Γ΄. Ακριβώς αυτόν τον ρόλο διαδραματίζει και η παρέκβαση του ψόγου. Ο Πορφυρογέννητος δεν θέλει με τον ψόγο να κατηγορήσει τον Μιχαήλ αλλά να δικαιολογήσει τις πράξεις του παππού του.
Στο τρίτο βιβλίο του Ευσεβίου (ΙΙΙ. 33) δίνεται έμφαση στην οικοδομική δραστηριότητα του Μ. Κωνσταντίνου με την ανέγερση ναών, όπως του Παναγίου Τάφου, της Μεγάλης Εκκλησίας αλλά και της ίδιας της Κωνσταντινούπολης. Ίδιες αναφορές εντοπίζουμε και στον ΒΒ. Ο Βασίλειος Α΄ προβαίνει σε πλήθος οικοδομικών δραστηριοτήτων, όπως στην συντήρηση ναών (§78-80), στην ανέγερση της νέας εκκλησίας του προφήτου Ηλιού και του παρεκκλησίου του Αγίου Κλήμεντος στο παλάτι, (§ 85-87) αλλά και στην κατασκευή του Καινούργιου. Όλα αυτά εντάσσονται στην προσπάθεια προβολής της ιδέας ότι η Κωνσταντινούπολη είναι πλέον η Νέα Ιερουσαλήμ και ο Βασίλειος ο Νέος Δαβίδ. Αυτό ακριβώς επιθυμεί ο Πορφυρογέννητος να πετύχει, την επιβολή της ιδέας ότι ο Βασίλειος Α΄ ανανέωσε την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Κοινά σημεία εντοπίζουμε και στα εκκλησιαστικά δρώμενα. Εκτός από το γεγονός ότι ο Μ. Κωνσταντίνος προβάλλεται ως ο ανακαινιστής της θρησκείας, ο οποίος θέτει τέρμα στην ειδωλολατρική πίστη, είναι αυτός που συγκαλεί την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο ( 325 μ. Χ) και θέτει τα θεμέλια του Χριστιανισμού. Ο Ευσέβιος προβάλλει την ευσέβεια του Μ. Κωνσταντίνου τόσο μέσω αυτών των αυτοκρατορικών αποφάσεών του όσο και με το βάπτισμά του στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο Μ. Κωνσταντίνος ευεργετεί με κάθε τρόπο τον χριστιανισμό, είτε θεσπίζοντας την αργία των Κυριακών, είτε απαγορεύοντας την ανέγερση ειδωλολατρικών ναών, είτε και με την απαγόρευση θυσιών στα είδωλα.
Η ευσέβεια του Μ. Κωνσταντίνου φανερώνεται ακόμα και στις εκστρατείες. Στις εκστρατείες του Κωνσταντίνου ο σταυρός προπορευόταν του στρατού, σύμβολο με το οποίο φανερώνεται η παρουσία του Θεού ο οποίος καθοδηγεί το στράτευμα. Όπως ο σταυρός, τον οποίο βρήκε η Αγία Ελένη, οδηγείται στην Βασιλεύουσα, ομοίως και τώρα ο Πορφυρογέννητος ταυτίζεται με την μεταφορά του Αγίου Μανδηλίου από την Έδεσσα στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Μ. Κωνσταντίνος αναμείχθηκε στις εκκλησιαστικές έριδες, στις Οικουμενικές Συνόδους 35 ενδιαφερόμενος και για τους Αγίους Τόπους, όπου και επιδεικνύει εξαίρετη οικοδομική δραστηριότητα. Κάτι αντίστοιχο διαβάζουμε και στον ΒΒ, όπου η ευσέβεια και η υπακοή στον θείο νόμο προβάλλονται μέσα από την ανέγερση ναών και την επίλυση ποικίλων εκκλησιαστικών προβλημάτων, όπως των αιρέσεων. Ο Βασίλειος Α΄ ως νέος πλέον Κωνσταντίνος καταπολεμά μία νέα αίρεση αυτή των Παυλικιανών και ορθοτομεί με την σειρά του τον λόγο της αλήθειας του Θεού. ’ξιο αναφοράς σημείο αποτελεί το γεγονός ότι, τόσο ο Κωνσταντίνος όσο και ο Βασίλειος, έπαυσαν από τον πατριαρχικό θρόνο τον Αθανάσιο και τον Φώτιο αντίστοιχα.
Ο Αθανάσιος, ο οποίος πήρε και την ονομασία Μέγας, υπήρξε πατριάρχης Αλεξανδρείας κατά τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου 36. Υπηρετώντας σε διάφορες θέσεις του πατριαρχείου - αναγνώστης, διάκονος, αρχιδιάκονος, βοηθός του πατριάρχη Αλεξάνδρου- ανήλθε σε ηλικία 33 ετών στον πατριαρχικό θρόνο το 328, κατόπιν επιθυμίας του πρώην πατριάρχη Αλεξάνδρου. Ακλόνητος στις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής συνόδου αγωνίστηκε για την επικράτηση της ορθοδοξίας στην δύσκολη επισκοπική έδρα της Αιγύπτου αρνούμενος να δεχθεί στους κόλπους της εκκλησίας τους Αρειανιστές, παρά την ασκούμενη πίεση από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος βλέποντας την επιρροή του Αρείου και τον κίνδυνο διασάλευσης της ειρήνης στην αυτοκρατορία, ζητούσε επιμόνως από τον Αθανάσιο να δεχθεί στους κόλπους της εκκλησίας τον ’ρειο. Η σθεναρή άρνηση του Αθανασίου είχε σαν αποτέλεσμα την μακροχρόνια εξορία του από τον θρόνο του πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Και στην περίπτωση του ΒΒ ένα εκκλησιαστικό ζήτημα θα πυροδοτήσει την σύγκρουση Βασιλείου Α΄- Φωτίου. Η άρνηση του πάπα Ρώμης Νικολάου να αναγνωρίσει τον Φώτιο, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, (και συγκεκριμένα για την απόδοση δικαιοδοσίας στην Ρώμη των επισκοπών του Ιλλυρικού) δημιουργεί τις πρώτες προστριβές ανάμεσα στις δύο εκκλησίες, με αποκορύφωμα την Σύνοδο του 863 στην Ρώμη, όπου ο Φώτιος καθαιρέθηκε από τον Νικόλαο. Το 867, οπότε ο Βασίλειος Α΄ αναλαμβάνει τον αυτοκρατορικό θρόνο, σε μία προσπάθεια να εξευμενίσει τον πατριάρχη Ρώμης εκδιώκει τον Φώτιο επαναφέροντας στον Πατριαρχικό θρόνο τον Ιγνάτιο. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο ΒΚ λειτουργεί και στα εκκλησιαστικά δρώμενα ως το τέλειο μοντέλο το οποίο θα μπορούσε να ακολουθήσει ο Πορφυρογέννητος.
Οι κοσμικές βιογραφίες ως πηγές για τον ΒΚ παραπέμπουν σε αυτά που εντοπίζει και επισημαίνει ο Jenkins για τον ΒΒ. Στον ΒΚ ο Ευσέβιος φαίνεται να είναι εξοικειωμένος με τους κοσμικούς ιστορικούς οι οποίοι είχαν γράψει για τους κακούς αυτοκράτορες της Ρώμης, όπως τον Νέρωνα. Οι Cameron – Hall εντοπίζουν έξι είδη πηγών του ΒΚ, την εκκλησιαστική ιστορία του Ευσεβίου, τα αυτοκρατορικά έγγραφα, τους κοσμικούς ιστορικούς- όπως τον Δίων Κάσσιο, τον Αππιανό, τον Λακτάντιο και την ιστορία του Πραξαγόρα, την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, από όπου προέρχονται οι προφητείες και οι συμβολισμοί, τους Έλληνες συγγραφείς-όπως την Κύρου Παιδεία του Ξενοφώντος και τις θρυλικές ιστορίες επινοημένες από τον ίδιο τον Ευσέβιο. Τα χωρία τόσο από την Παλαιά όσο και την Καινή διαθήκη χρησιμοποιούνται κυρίως για να προβληθεί η σύγκριση Κωνσταντίνου - Μωυσή. Πάνω σε αυτό το δίπολο, κατά την γνώμη μας, στηρίχθηκε ο Πορφυρογέννητος για να δώσει την αντιθετική, όμως, σύγκριση Βασιλείου Α΄ – Μιχαήλ Γ΄. Ο Βασίλειος Α΄, ως νέος πλέον Κωνσταντίνος, οδηγεί τον λαό έξω από την τυραννίδα του Μιχαήλ Γ΄. Η θεία πρόνοια φανερώνεται στον ΒΚ μέσω προφητειών και ονείρων. Το ίδιο ακριβώς διαβάζουμε και στον ΒΒ, όπου το μελλοντικό μεγαλείο του Βασιλείου Α΄ προμηνύεται τόσο με το περιστατικό του αετού, ο οποίος έκανε σκιά στον Βασίλειο, όσο και με τα όνειρα που είδε η μητέρα του Βασιλείου, υποχωρώντας και επιτρέποντας στον Βασίλειο Α΄ να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στο όνειρο που είδε ο ηγούμενος της μονής του Αγίου Διομήδους, στον οποίο εμφανίστηκε ο μάρτυρας φανερώνοντας το επικείμενο μεγαλείο του Βασιλείου.
Στον ΒΚ, και συγκεκριμένα στο 1 ο βιβλίο, η Cameron 37 εντοπίζει αναφορές από τα κλασικά έργα της αρχαιότητας, οι οποίες φανερώνουν ότι ο Ευσέβιος είχε στο μυαλό του την Κύρου Παιδεία. Η επιρροή της προηγούμενης λογοτεχνικής παράδοσης φαίνεται στον ΒΚ μέσω των παραδειγμάτων του Κύρου και του Αλεξάνδρου. Συγκεκριμένα η Cameron αναφέρει ένα χωρίο: «είναι ευλογία να μην έχεις προβλήματα» το οποίο υποστηρίζει ότι πιθανόν να προέρχεται από τον Επίκουρο. Επίσης, η Cameron 38 επισημαίνει ότι στο ίδιο βιβλίο στα κεφάλαια 7 και 8 διαβάζουμε ότι ο Κωνσταντίνος ξεπέρασε τους μεγάλους κατακτητές Κύρο και Αλέξανδρο, όχι μόνο στο πεδίο των μαχών αλλά και στην θεία εύνοια, ακόμα και στον θάνατο. Αναμφίβολα η σύγκριση με τον Κύρο για τέτοιου είδους υφής κείμενα ήταν κοινός ρητορικός τόπος για κάθε ιδανικό ηγεμόνα. Επίσης, ο Ευσέβιος φαίνεται να χρησιμοποιεί τους κοσμικούς ιστορικούς οι οποίοι είχαν γράψει για τον κακό Νέρωνα. Κατά τη γνώμη μας, ο Πορφυρογέννητος δεν χρειαζόταν να είχε μπροστά του το ξενοφώντειο έργο εφόσον ο ΒΚ ενσωμάτωνε ιδανικά αυτά τα πρότυπα. Τόσο οι επιρροές του κλασικού εγκωμίου, όπως ο Ισοκρατικός Ευαγόρας, όσο και αυτές της Κύρου Παιδείας κάλλιστα θα μπορούσαν να ερμηνευθούν από το γεγονός ότι ο Πορφυρογέννητος είχε στο δεξί του χέρι το έργο του Ευσεβίου.
Στο 4 ο βιβλίο ( IV 68) εξετάζεται το ζήτημα των διαδόχων στον αυτοκρατορικό θρόνο, λόγω των θεμάτων που θα προκύψουν εξαιτίας του θανάτου του αυτοκράτορα. Και οι δύο ηγεμόνες βρίσκονται στην κλίνη τους και ορίζουν τα παιδιά τους ως διαδόχους. Αν και η πραγματικότητα για τον Βασίλειο Α΄ δεν είναι αυτή που περιγράφεται στον ΒΒ, ο ιδρυτής της Μακεδονικής δυναστείας ορίζει τον γιο του Λέοντα ΣΤ΄ Σοφό ως αυτοκράτορα και πεθαίνει ήρεμος και μακριά από πολεμικές αψιμαχίες. Και στα δύο έργα οι συγγραφείς παροτρύνουν τους διαδόχους να συνεχίσουν το έργο του Κωνσταντίνου και του Βασιλείου αντίστοιχα.
Το ζήτημα του λογοτεχνικού είδους του ΒΚ χαρακτηρίζεται ως περίπλοκο. Ο ΒΚ, κατά τους Cameron - Hall 39, αποτελεί ένα λογοτεχνικό υβρίδιο αν και δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένο ότι ο ΒΚ συνδυάζει δύο ξεχωριστές μορφές, αυτές του αυτοκρατορικού εγκωμίου και της ιστορικής αφήγησης 40. Για τον λόγο αυτό οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο ΒΚ λειτούργησε ως κάτοπτρο ηγεμόνος με σκοπό να προβάλλει στους διαδόχους του Κωνσταντίνου το πρότυπο του ηγεμόνα που έπρεπε να ακολουθήσουν. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο Ευσέβιος πρέπει να χαρακτηριστεί ως ένας καινοτόμος συγγραφέας. Κατά την γνώμη μας, ο Ευσέβιος μπορούσε άριστα να συνδυάσει τους κόσμους της αρχαιότητας και του χριστιανισμού εφαρμόζοντας ένα νέο λογοτεχνικό ύφος και μία κλασικίζουσα γλώσσα η οποία θα αγκάλιαζε τόσο την κοσμική όσο και την θρησκευτική διάσταση του Κωνσταντίνου Α΄ 41.
Ήδη από τις αρχές του 4 ου αιώνος οι βίοι, τόσο των χριστιανών όσο και των εθνικών, χρησιμοποιούνταν για προπαγανδιστικούς σκοπούς φέροντας ιδεολογικά μηνύματα. Ο Ευσέβιος είχε ως πρότυπά του τους βίους του Πυθαγόρα και του Πλωτίνου από τον Πορφύριο. Ο ΒΚ αναπαριστά μια πολιτική σκέψη, σε αντίθεση με τους κλασικούς ασκητικούς βίους, όπως του Βίου Αντωνίου που γράφονταν για τους αγίους. Σίγουρα ο ΒΚ περιλαμβάνει χαρακτηριστικά τις αγιολογίας, εφόσον αναπαριστά τον Μ. Κωνσταντίνο ως θείο άνδρα. Παρατηρούμε λοιπόν ότι τα αγιολογικά χαρακτηριστικά που επισημαίνει η Codeso στον ΒΒ μπορούν να ερμηνευθούν μέσα από το έργο του Ευσεβίου.
Ο ΒΒ και ο ΒΚ μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά από τον βασιλικό λόγο, όπως την σύγκριση με τους προηγούμενος ηγεμόνες, Λίκινο (Ι 12-13) και Μιχαήλ Γ΄, το γένος, την γέννηση, την οικογένεια (Ι 19-20) και τις πράξεις πολέμου (Ι 41-42). Πανηγυρικά στοιχεία διανθισμένα με προσωπικά ανέκδοτα βρίσκουμε και στα δύο έργα, όπως το θέμα της φιλανθρωπίας, της ευσέβειας και τις σχέσεις με τους ξένους λαούς. Τόσο ο ΒΒ όσο και ο ΒΚ, αν και γενικά ακολουθούν τις συμβουλές του Μενάνδρου, άλλοτε αναμειγνύουν πανηγυρικά, αφηγηματικά και ιστορικά στοιχεία όπως ακριβώς συμβαίνει αργότερα και στους βίους Αγίων.
Τα δύο εξεταζόμενα έργα φέρουν σαφές ιδεολογικό μήνυμα. Και οι δύο ηγεμόνες παρουσιάζονται οξυδερκείς και εκλεκτοί υπηρέτες του Θεού. Ακόμα και η αναλογία Μωυσή - Κωνσταντίνου φέρει έντονα τα αγιολογικά στοιχεία, ενώ έχει προσεκτικά τοποθετηθεί στο κείμενο. Ο Κωνσταντίνος περνά την νεότητα του στην αυλή του τυράννου, από όπου ξεκινά για να φθάσει στο ανώτατο αξίωμα του αυτοκράτορα, οδηγώντας πλέον τον λαό του στην ελευθερία. Ακριβώς το ίδιο παρατηρούμε να συμβαίνει και με τον Βασίλειο. Ο παππούς του Πορφυρογέννητου αναδύθηκε από την αυλή του τυράννου – όπως προβάλλεται στον ψόγο - Μιχαήλ Γ΄. Όπως ο ιδρυτής της Κωνσταντινούπολης έτσι και ο Βασίλειος Α΄ κατατροπώνουν το σκότος της τυραννίας και λυτρώνουν τον λαό τους.
Κατά την γνώμη μας, ο ΒΒ όπως και ο ΒΚ αναπλάθουν την ιστορία. Θα διαφωνήσουμε με τον Jenkins ότι τα πρότυπα του Κωνσταντίνου ήταν ο Πολύβιος και ο Ισοκρατικός Ευαγόρας. Ο Πορφυρογέννητος, κατά την άποψή μας, δεν θα έβρισκε καλύτερο πρότυπο από τον ΒΚ. Τα εγκωμιαστικά στοιχεία που επισημαίνει ο Jenkins χωρίς αμφισβήτηση υπάρχουν και σωστά τα επεσήμανε.
Τόσο ο ΒΒ όσο και ο ΒΚ φέρουν ιστορικό βάρος, αλλά κυρίως πρέπει να αντιμετωπίζονται ως βιογραφίες με πολλά εγκωμιαστικά στοιχεία. Για τον λόγο αυτό τόσο ο ΒΚ όσο και ο ΒΒ περιγράφονται καλύτερα με τον όρο εγκωμιαστική βιογραφία . Πολλά στοιχεία διαστρεβλώνουν και ξαναγράφουν την ιστορική πραγματικότητα πάντα υπέρ του ήρωα, με αποτέλεσμα να χάνεται η αντικειμενικότητα. Η παράληψη του ρόλου του Κρίσπου στην εκστρατεία εναντίον του Λικίνιου, καθώς και η απόκρυψη του πραγματικού ρόλου του Βασιλείου Α΄ στην δολοφονία του Μιχαήλ Γ΄ επιβεβαιώνουν το ανωτέρω. Για τον πραγματικό ρόλο του Κρίσπου μαθαίνουμε από την Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσεβίου, ενώ για τον πραγματικό ρόλο του Βασιλείου Α΄ στην αισχρή πράξη της δολοφονίας του Μιχαήλ Γ΄ από τον Συμεών Λογοθέτη. Τα δύο έργα σκοπεύουν στην ανάπλαση του βίου των δύο ηγεμόνων με σαφή πανηγυρικό τρόπο. Επομένως, αν και αποτελούν μέρος της ιστορικής διήγησης εν τούτοις με κανέναν τρόπο δεν αποτελούν μία νηφάλια ιστορική διήγηση.
Κατά την γνώμη μας, η ιστορική αξία του ΒΒ δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Εύστοχα, κατά την γνώμη μας, ο Lemerle 42 υποστηρίζει ότι ο ΒΒ αποτελεί συνέχεια των τεσσάρων πρώτων βιβλίων της ΣΘ αποτελώντας μέρος της φιλομακεδονικής ιστορικής διηγήσεως. Ακόμα και η συνήθεια των βυζαντινών ιστορικών και χρονογράφων να αρχίζουν την διήγησή τους από το σημείο που τελείωσε το έργο του ο προηγούμενός τους συγγραφέας ανάγεται στην εποχή της πρώιμης βυζαντινής ιστοριογραφίας 43. Ήδη από τον τίτλο « Ἱστορικὴ διήγησις τοῦ βίου καὶ τῶν πράξεων Βασιλείου τοῦ ἀοιδίμου βασιλέως, ἥν Κωνσταντίνος βασιλεὺς ἐν θεῷ Ρωμαίων, ὁ τούτου ὑίωνος, φιλοπόνως ἀπὸ διαφόρων ἀθροίσας διηγημάτων τῷ γραφόντι προσανέθετο » 44 καθίσταται φανερή η πρόθεση του Πορφυρογέννητου να γράψει ένα νέο ιστορικό έργο. Αλλά και ο Hunger υποστηρίζει το παραπάνω επιχείρημα αμφισβητώντας τον Alexander, ο οποίος εκφράζει την αντίθεσή του περί της ένταξης του ΒΒ στην ιστορική γραμματεία. 45 Συγκεκριμένα ο ερευνητής υποστηρίζει ότι δεν χρειάζεται κάποια απόδειξη ότι τα διαποτισμένα με την ρητορική τέχνη ιστορικά έργα, όπως οι βιογραφίες - ήδη από την αρχαιότητα- και τα εγκώμια δεν λειτουργούν ως ιστορική πηγή. Ο Αγαπητός επισημαίνει ότι στο προοίμιο ο Πορφυρογέννητος καθιστά σαφές ότι επιθυμεί τη συγγραφή μιας καθολικής ρωμαϊκής ιστορίας. Με δεδομένη δε και την ύπαρξη αντιμακεδονικής ιστοριογραφικής γραφής θεωρούμε εύλογο ο εγγονός του Βασιλείου Α΄ να επιθυμεί την συγγραφή μίας νέας ιστορίας με πανηγυρικό ύφος αυτή την φορά, μέσω της οποίας θα καταξιώνεται ο ιδρυτής της δυναστείας στα μάτια των ανθρώπων. Τέλος ορθότατα ο Καρπόζηλος 46 αναφέρει ότι η παρουσίαση των τεσσάρων βασιλειών σε ξεχωριστά βιβλία με κεντρικό άξονα την βιογραφία αποτελεί μία καινοτομία της ιστοριογραφίας της περιόδου.
Η τάση για χρονολογική ακρίβεια, αλλά και η θεματική και γεωγραφική άρθρωση του ΒΒ καταδεικνύει την ιστορική στόχευση του έργου. Επίσης η αιτιότητα των περιγραφόμενων γεγονότων, την οποία ανέλυσε η Ηοο f, σε συνδυασμό με τα ανωτέρω δεν αφήνουν καμία αμφιβολία περί της ιστορικότητας του ΒΒ. Η φράση, επίσης, του συγγραφέα ότι δεν θα πιστώσει στον Βασίλειο Α΄ κατορθώματα τα οποία είναι φανταστικά επιβεβαιώνουν το ανωτέρω. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος δημιουργεί μία νέα ιστορία με εξευγενισμένα μοτίβα και ήρωες. Τέλος, η Ηοοf συμφωνεί με το επιχείρημα του Jenkins ότι στην ιστορική έρευνα δεν υπάρχει λόγος για ειλικρίνεια.
Εκτός των προαναφερθέντων αυτό το οποίο πρέπει να εξετάσουμε είναι ο τρόπος με τον οποίο γράφεται η ιστοριογραφία τον 10ο αιώνα. Όπως επισημαίνει ο Μαρκόπουλος 47 τα ιστοριογραφικά έργα στα μέσα του 10ου αιώνα, όπως η ΣΘ και ο Γενέσιος εγκαταλείπουν την παλαιά παράδοση της συνεχούς ιστορικής αφήγησης και στρέφονται στην βιογραφία. Με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται η αυτοκρατορική προπαγάνδα μέσω της οποίας αναδεικνύεται ο Βασίλειος Α΄ και δικαιολογούνται όλες οι πράξεις του.
Συνοψίζοντας, το άρθρο του Jenkins αποτέλεσε τομή στην συζήτηση σχετικά με το είδος του ΒΒ, με αποτέλεσμα πολλοί ερευνητές να ενστερνιστούν τα επιχειρήματά του, ενώ άλλοι να διαφοροποιηθούν ως προς το ειδολογικό θέμα, χωρίς όμως να αμφισβητήσουν ποτέ τα εγκωμιαστικά στοιχεία. Ενστερνιζόμενοι και στηριζόμενοι στα επιχειρήματά του θεωρούμε ότι ο ΒΒ αποτελεί ένα έργο στο οποίο τα εγκωμιαστικά στοιχεία είναι κατάδηλα. Όμως, ο ερευνητής δεν κατόρθωσε να επισημάνει ότι ο ΒΒ στηρίζεται στην βιογραφία η οποία εντάσσεται μέσα στην ιστορική γραφή της Μακεδονικής δυναστείας. Πρέπει δηλαδή να μιλάμε για μία εγκωμιαστική βιογραφία η οποία ενταγμένη στην ιστορική διήγηση της ΣΘ εξυπηρετεί την αυτοκρατορική προπαγάνδα, με σκοπό να δικαιολογηθούν οι παράνομες πράξεις του ιδρυτή της Μακεδονικής δυναστείας και ο τρόπος με τον οποίο ανήλθε στο ύψιστο αξίωμα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κατά την γνώμη μας, ο συγγραφέας του ΒΒ δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο πρότυπο από τον βίο Κωνσταντίνου του Ευσεβίου.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Για τον ορισμό των δύο αυτών ειδών βλ: Kazhdan, The Oxford dictionary of Byzantium, Oxford 1991,
σσ 289 και 700.
2 βλ. D. A. Russell- N.G. Wilson, Menander Rhetor, Οξφόρδη 1981 σσ. 80
3 βλ. ο. π. σημ. 2.
4 βλ. Codeso P. V., In search of Byzantine narrative canon: The Vita Basilli as an uncanonical work.
Byzantine and Modern Greek Studies, vol. 39 no 2, 2015, 173- 190.
5 βλ. ο. π. σημ. 2. σσ. 82
6 βλ. ο. π. σημ. 4
7 βλ. ο. π. σημ 2. σσ. 92
βλ. Codeso P. V., In search of Byzantine narrative canon: The Vita Basilli as an uncanonical work.
Byzantine and Modern Greek Studies, vol. 39 no 2, 2015, σσ 181.
9 βλ. Hoof L.Van. Among Christian emperors The Vita Basilii by Constantine VII Porphyrogenitus, The Journal of Eastern Christian Studies, vol. 54, σσ 170.
10 βλ. Lemerle P., Ο πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, σημειώσεις καὶ παρατηρήσεις γιὰ τὴν ἐκπαίδευση καὶ τὴν παιδεία στὸ Βυζάντιο ἀπὸ τὶς ἀρχὲς ὣς τὸν 10 ο αἰώνα, ( μτφρ. Μαρία Νυσταζοπούλου- Πελεκίδου), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1981. σσ 248.
11 βλ. Καρπόζηλος Α., Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι, τ. Β΄, Αθήνα 2002. σσ 332.
12 βλ. ο. π. σημ. 9. σσ 175.
13 βλ. Markopoulos A. «Constantine the Great in Macedonian historiography: models and approaches» στο
P. Magdalino. New Constantines, the rhythm of imperial renewalin in Byzantium 4 th – 13 th centuries,
Variorum 1994, σσ. 159- 170.
14 βλ. ο. π. σημ 12. σσ. 160
15 βλ. ο. π. σημ 12. σσ. 161.
16 βλ. ο. π. σημ.13
17 βλ. ο. π. σημ 12. σσ. 169.
18 βλ. Cameron Α v.- Hall.S., Eusebius - Life of Constantine, Oxford 1999, σσ 46.
19 βλ. F. Paschoud, Zosime, Historie Nouvell, I- IV (Les Belles Lettres), Paris 1971- 1989. R.T Ridley,
Zosimus New History. A Translation with Commentary, Byzantina Australensia 2, Camberra 1982.
20 βλ. I. Konig, Origo Constantini. Anonymus Valesianus, i, Text und Kommentar Trieter historische
Forschungen, 11 Trier 1987. T.D Barnes, Jerome and Origo Constantini imperatoris, Phoinix 43
(1989) 158- 161.
21 βλ. J. Moreau, Lactance, De la mort des persecuteurs. I: Introduction, texte critique et traduction. II:
Commetaire (Sources Chretiennes, 39), Paris 1954. S. Brandt – G. Laubmann, Caeli Firmiani Lactanti
qui inscriptus est de mortibus persecutorum liber (Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum latinorum, 27.2),
Vindobonae 1897.
22 βλ. C.E.V. Nixon- Barbara Saylor Rodgers, In Praise of Later Roman Emperors. The Panegyrici Latini.
Introduction, Translation and Commentary, Berkeley- Los Angeles 1994.
23 βλ. Symeonis Magistri ey Logothetae Chronicon, {CFHB} Volumen XLIV/1Walter de Gruyter Berolini
et Novi Eboraci MMVI
24 βλ. Ευσέβιος Βίος Μεγάλου Κωνσταντίνου (πρόλογος- εισαγωγή- σχόλια Βασίλης Κατσαρός, μτφρ Γ.
Ράπτης) εκδ. Ζήτρος, Αθήνα 2011. σσ 40.
25 βλ. Markopoulos A. «Constantine the Great in Macedonian historiography: models and approaches» στο
P. Magdalino. New Constantines, the rhythm of imperial renewalin in Byzantium 4 th – 13 th centuries,
Variorum 1994, σσ. 158.
26 βλ. G. Pasquali. Die Composition der Vita Constantini des Eusebius, Hermes 46, (1910) 369-386.
27 βλ. Cameron Αv.- Hall.S., Eusebius - Life of Constantine, Oxford 1999, σσ 12.
28βλ. Ευσέβιος Βίος Μεγάλου Κωνσταντίνου (πρόλογος- εισαγωγή- σχόλια Βασίλης Κατσαρός, μτφρ Γ.
Ράπτης ) εκδ. Ζήτρος, Αθήνα 2011. σσ 40
29Συνοπτική έκθεση των σχετικών ερευνών βλ. L. Tartaglia. Eusebio di Cesarea, Sulla di Constantino,
εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια, Koinonia 8, Napoli 1984, σσ. 13- 14.
30βλ. ο. π. σημ. 28. σσ 31.
31 βλ.T. D. Barnes, «The two Drafts of Eusebius' Vita Constantini» στο T. D. Barnes, From Eusebius to
Augustine ( Aldershot, 1994).
32 βλ. ο.π. σημ. 28. σσ 28.
33 βλ. Cameron Α v.- Hall. S., Eusebius - Life of Constantine, Oxford 1999, σσ 15.
34 βλ.ο.π. σημ 32. σσ 30.
35 βλ. Av. Cameron- Hall. S, Eusebius - Life of Constantine, Oxford 1999, ΙΙ 61-62, ΙΙΙ 4-15, Ι V 59, 63-
66
36 βλ. Μουτσούλας Η. Ἡ ἀρειανικὴ ἔρις καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, τ. α΄. ἔκδοσις γ΄, Ἀθῆναι 1998 σσ 13-14,
αλλά και το Athanasius and Constantius. Theology and Politics in the Constantine Empire . Harvard
University press. Cambridge 1993. σσ 19.
37 βλ. Av. Cameron- Hall. S, Eusebius - Life of Constantine, Oxford 1999. σσ 22
38 βλ. ο. π. σημ.37. σσ 28
39 βλ. ο.π. σημ 37. σσ 40
40 βλ. ο.π. σημ.37. σσ 46
41 βλ. ο.π. σημ. 28. σσ 45.
42 βλ. P. Lemerle, Ο πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, σημειώσεις καὶ παρατηρήσεις γιὰ τὴν ἐκπαίδευση καὶ
τὴν παιδεία στὸ Βυζάντιο ἀπὸ τὶς ἀρχὲς ὣς τὸν 10 ο αἰώνα, μτφ (Μαρία Νυσταζοπούλου- Πελεκίδου), ΜΙΕΤ,
Αθήνα 1981, σελ 249
43 Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της περιόδου αποτελεί ο Ευνάπιος, ο οποίος στα δεκατέσσερα
βιβλία των Ιστορικών Υπομνημάτων συνεχίζει την ιστορία του Δέξιππου το χρονικό διάστημα από το
270-404. Από το σημείο που σταματά ο Ευνάπιος αρχίζουν το έργο τους ο Ολυμπιόδωρος και ο Πρίσκος
των οποίων τα έργα μας σώζονται αποσπασματικά. (βλ. Hunger, Βυζαντινή λογοτεχνία, τόμος Β΄, σελ 61)
44 βλ. [Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος] Βίος Βασιλείου. Ἡ βιογραφία τοῦ αὐτοκράτορα Βασιλείου Α΄
τοῦ Μακεδόνος ἀπὸ τὸν ἐστεμμένο ἐγγονὸ του, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 2010.
45 βλ. Hunger H., Die hochsprachliche profane Literatur der Byzantiner, Munchen 1978, ( ελλ. μτφρ. τ. Β΄.
Τ.Γ. Κόλιας- Κ. Συνέλλη- Γ. Χ. Μακρής-Ι. Βάσσης, Βυζαντινή λογοτεχνία, Αθήνα 2000-2001). σσ 145-
146
46 βλ. Καρπόζηλος Α. Βυζαντινοί Ιστορικοί και χρονογράφοι, τόμος Β΄, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 2009. σσ
342.
47 βλ. Markopoulos. Α. From narrative historiography to historical biography. New trends in Byzantine
historical writing in the 10 th – 11 th centuries. Byzantinische Zeitschrift 102 (2010) σσ 705.

Βιβλιογραφία
Βοηθήματα:
Albrecht Von. A., I στορία της Ρωμαϊκής λογοτεχνίας, τόμος Α΄, Β΄ έκδοση Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2009.
Cameron Αv.- Hall S., Eusebius - Life of Constantine, Oxford 1999.
Hunger H., Die hochsprachliche profane Literatur der Byzantiner, Munchen 1978, ( ελλ. μτφρ. τ. Β΄. Τ.Γ. Κόλιας- Κ. Συνέλλη- Γ. Χ. Μακρής-Ι. Βάσσης, Βυζαντινή λογοτεχνία), Αθήνα 2000-2001.
Καρπόζηλος Α., Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι, τ. Β΄, Αθήνα 2002.
Kazhdan Α., A history of Byzantine Literature (850- 1000), Athens 2006.
του ιδίου, The Oxford dictionary of Byzantium, Oxford 1991.
[ Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου ] Βίος Βασιλείου, Ἡ βιογραφία τοῦ αὐτοκράτορα Βασιλείου Α΄ τοῦ Μακεδόνος ἀπό τὸν ἐστεμμένο ἐγγονό του, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 2010.
Lemerle P., Ο πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, σημειώσεις καὶ παρατηρήσεις γιὰ τὴν ἐκπαίδευση καὶ τὴν παιδεία στὸ Βυζάντιο ἀπὸ τὶς ἀρχὲς ὣς τὸν 10 ο αἰώνα, μτφ ( Μαρία Νυσταζοπούλου - Πελεκίδου ), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1981.
Λουγγής Τ.Κ., Η ιδεολογία της Βυζαντινής Ιστοριογραφίας, Αθήνα 1993.
Markopoulos A. «Constantine the Great in Macedonian historiography: models and approaches» στο Magdalino.P. New Constantines, the rhythm of imperial renewalin in Byzantium 4 th – 13 th centuries, (159-170), Aldershot 1994.
Russell D. A.- Wilson N.G., Menander Rhetor, Οξφόρδη 1981.
Treadgold W., The Middle Byzantine Historians, New York, 2013.
Φειδάς. Β., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α΄, τρίτη έκδοση, Αθήναι 2002.
 


 
Αγαπητός Π., Η εικόνα του αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ στη φιλομακεδονική γραμματεία (867- 959), Ελληνικά 40, 1989, 306- 322.
Alexander P., Secular Biography at Byzantium, Speculum 15, 1940, 194- 209
Αναγνωστάκης H., Οὐκ εἴσιν ἐμὰ τὰ γράμματα. Ἱστορία καὶ ἱστορίες στὸν Πορφυρογέννητο. Σύμμεικτα 13, 1999, 97- 139.
Codeso P. V., In search of Byzantine narrative canon: The Vita Basilli as an uncanonical work. Byzantine and Modern Greek Studies, vol. 39 no 2, 2015, 173- 190.
Hollerich Michael J.Myth and History in Eusebius' s “ De vita Constantini” : “Vit. Const. 1,12” in its contemporary setting. The Harvard Theological review, vol 82, No. 4 (Oct., 1989) 421- 445.
Hoof L.Van. Among Christian emperors The Vita Basilii by Constantine VII Porphyrogenitus, The Journal of Eastern Christian Studies, vol. 54, σελ 163-183
Jenkins R. J. H., The classical Background of the Scriptores Post Theophanem, DOP 8, 1954, 13- 30
Ljubarskij J.N.New trends in the study of Byzantine Historiography, DOP 47, 1993, σελ 131-138.
Markopoulos. A. Κύρου Παιδεία και Βίος Βασιλείου, Σύμμεικτα 15, 2002, 91-108.
του ιδίου, From narrative historiography to historical biography. New trends in Byzantine historical writing in the 10 th – 11 th centuries, Byzantinische Zeitschrift 102 (2010) 697- 716.
Sevcenko, Re- reading Constantine Porphyrogenitus στο J. Shepard- S Franklin, Byzantine Diplomacy, Aldershot 1992, 167- 195.

Θεραπευτικά αξιώματα του αγίου Μαξίμου

Θεραπευτικά αξιώματα του αγίου Μαξίμου
«Νόσος και θεραπεία»,
Θεολογία και Ψυχιατρική σε διάλογο, Αθήνα 1999,
εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 133-156 (143-145).
Η πεμπτουσία της νοσηρότητας για τον άγιο Μάξιμο βρίσκεται στη φιλαυτία. Η φιλαυτία δεν είναι απλά ένα πάθος: είναι η γενεσιουργός αιτία όλων των παθών: «θέλεις να ελευθερωθείς από τα πάθη, αποτίναξε τη μητέρα των παθών, τη φιλαυτία» (κεφ. αγάπ. II , I ). Όπως αναλύει ο Φώτιος πιστά τη σκέψη του Μαξίμου (Βιβλιοθ. κωδ. 192 - P . G . 103, 637 εξ.), η φιλαυτία, που αντικατέστησε την αγάπη προς το Θεό, γέννησε την ηδονή, αλλ' επειδή η ηδονή ήταν ανάμικτη με την οδύνη, ενεπλάκη ο άνθρωπος σε μια ατέρμονα και απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσει την ηδονή και να αποβάλει την οδύνη. Από την αγωνιώδη αυτή προσπάθεια γεννήθηκε ο «όχλος των παθών». Και επεξηγεί ο Φώτιος τη σκέψη του Μαξίμου: « Οίον, ει μεν της εν φιλαυτία ηδονής αποποιούμεθα, γεννώμεν την γαστριμαργίαν, την υπερηφανίαν, την φιλαργυρίαν, και όσα τον τυχόντα τρόπον πορίζει ηδονήν ει δε την εν φιλαυτία φεύγομεν οδύνην, γεννώμεν: τον θυμόν, τον φθόνον, το μίσος, την απόγνωσιν και όσα άλλα της ηδυνούσης εστέρηται διαθέσεως. Εκ δε τοις αμφοίν μίξεως τίκτεται η υπόκρισις, η κολακεία, ο δόλος, και απλώς όσα άλλα μοχθηρά είδη της μικτής έστι πανουργίας επινοήματα ».
Με άλλα λόγια αν αποποιηθούμε την ηδονή, διατηρώντας όμως τη φιλαυτία, προκαλούμε τη γαστριμαργία, την υπερηφάνια, τη φιλαργυρία και όλα όσα κατά οποιονδήποτε τρόπο παρέχουν ηδονή, αν δε αποποιηθούμε και αποφύγουμε την οδύνη, πάλι διατηρώντας τη φιλαυτία, προξενούμε το θυμό, το φθόνο, το μίσος, την απόγνωση και όλα όσα εμπεριέχουν στέρηση της ηδονής. Αν πάλι αναμείξουμε και τα δύο και τα αποφύγουμε (δηλ. τόσο την ηδονή όσο και την οδύνη) -διατηρώντας πάντοτε τη φιλαυτία- πέφτουμε στην υποκρισία, τη κολακεία, το δόλο κ.λπ. Τα συμπεράσματα είναι σημαντικά.
α. Η θεραπεία από τα πάθη δεν επιτυγχάνεται με την πάλη απ' ευθείας κατά των συγκεκριμένων παθών. Αντίθετα, όπως είδαμε στο χωρίο, που μόλις διάβασα, επειδή το όλο πρόβλημα της ψυχικής αρρώστιας γεννάται από τη στέρηση της ηδονής - σε συνδυασμό πάντοτε με τη φιλαυτία- όσο περισσότερη στέρηση προκαλούμε τόσο πιο πολλά πάθη γεννούμε. Τι σημαίνει αυτό; Ότι για να θεραπευθούμε από τα πάθη, πρέπει να επιτρέπουμε τα πάθη να υπάρχουν και να λειτουργούν; Ασφαλώς όχι. Αλλά σημαίνει ότι εφ' όσον χρόνο διαρκεί η φιλαυτία, η εκκοπή των συγκεκριμένων παθών είναι όχι μόνο ανέφικτη, αλλά και όταν επιτευχθεί, επικίνδυνη, γιατί με τη στέρηση της ηδονής, την οποία συνεπάγεται, γεννά άλλα πάθη. Έτσι συμβαίνει συχνά όσοι απαλλάσσονται από σαρκικά πάθη να αναπτύσσουν το πάθος της φιλαργυρίας ή της υπερηφανίας κ.λπ. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για θεραπεία όταν εξαλείφονται συγκεκριμένα πάθη. Η μόνη θεραπεία βρίσκεται στην εξάλειψη της φιλαυτίας, που είναι η ρίζα όλων αυτών των παθών.
β. Επειδή η οδύνη αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ηδονής στη μεταπτωτική κατάσταση του άνθρώπου, αποτελεί εσφαλμένη αντίληψη περί ασθενείας, αυτή που ονομάσαμε πιο πάνω χρηστική - αναλγητική προσέγγιση, και που φαίνεται να επικρατεί στη σύγχρονη φιλοσοφία της ιατρικής. Η οδύνη δεν εξαλείφεται με την απάλειψή της, αλλά με την αποδοχή της. Η θεραπεία έρχεται με την πρόσκληση της οδύνης και την εμπειρία της. Συμβαίνει βέβαια πολλές φορές η οδύνη να είναι δυσβάσταχτη, και η εμπειρία της εξοντωτική. Γι' αυτό κάθε θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να προσαρμόζεται στην ανθεκτικότητα του ασθενούς (= οικονομία). ’λλά με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να θεωρήσουμε τον ασθενή θεραπευθέντα, επειδή ψυχολογικά «αναπαύεται» ή δεν υποφέρει. Η τραγικότητα της υπάρξεως βρίσκεται μέσα στον ίδιο το Σταυρό του Χριστού, και καμία θεραπεία δεν μπορεί να παρακάμψει το Σταυρό. Πολλές φορές ξεχνούμε ότι η ηδονή δεν είναι μόνο σαρκική αλλά και ψυχολογική. ’ποσπώντας την οδύνη από τη θεραπεία προσφέρουμε την ηδονή, πράγμα που αποτελεί φυγή από την πραγματικότητα και την αληθινή θεραπεία.
γ. Η σωστή θεραπεία από τα πάθη προϋποθέτει, κατά τον Μάξιμο, τρεις βασικές διακρίσεις. Τις περιγράφει στο εξής χωρίο από τα κεφάλαια περί αγάπης (1): « Ου προς τα πράγματα ο νους πολεμεί του θεοφιλούς, ουδέ προς τα τούτων νοήματα, αλλά προς τα πάθη τα τοις νοήμασι συνεζευγμένα. Οίον ου προς την γυναίκα πολεμεί, ουδέ προς τον λυπήσαντα, ουδέ προς τας τούτων φαντασίας, αλλά προς τα πάθη, τα ταις φαντασίαις συνεζευγμένα (40). ’πας ο πόλεμος του μοναχού προς τους δαίμονας, ίνα τα πάθη των νοημάτων χωρίση. ’λλως γαρ απαθώς τα πράγματα βλέπειν ου δύναται (42). ’λλο εστί πράγμα και άλλο νόημα και άλλο πάθος. Και πράγμα μεν έστίν, οίον άνήρ, γυνή, χρυσός και τα εξής. Νόημα δε, οίον, μνήμη ψιλή τίνος των προειρημένων. Πάθος δε, οίον, φιλία άλογος ή μίσος άκριτον τίνος των προειρημένων. Προς ουν το πάθος εστί του μοναχού η μάχη ».
Θεωρούμε τις διακρίσεις αυτές του Μαξίμου άκρως σημαντικές για το θέμα της θεραπείας. Και πρώτον, σημαίνουν ότι αποτελεί λανθασμένη μέθοδο η πάλη εναντίον των αντικειμένων, των όντων καθαυτά, επειδή προκαλούν πειρασμούς και δυσκολίες. Το να λέγει αυτό ένας μοναχός, όπως ο Μάξιμος, ο οποίος έφυγε από τα «πράγματα» και πήρε τις αποστάσεις του από τον κόσμο, αποκαλύπτει ότι η φυγή από τα πράγματα δεν αποτελεί λύση, ούτε η παραμονή στα πράγματα, όπως συμβαίνει με όσους ζουν στον κόσμο, αποτελεί αίτια ασθένειας. Το να εισηγηθούμε, για παράδειγμα, το διαζύγιο σε κάποιον, που υποφέρει ψυχικά από την παρουσία του συντρόφου του, δεν αποτελεί θεραπεία του. Μπορεί το διαζύγιο να άρει προς καιρό την οδύνη του προσώπου αυτού, αλλά το πρόβλημα παραμένει στο ακέραιο. Έτσι πρέπει να θεωρηθεί λανθασμένη και η τρέχουσα αντίληψη ότι ο μοναχός φεύγει από τον κόσμο για να «θεραπευθεί» από τα πάθη αποφεύγοντας τους πειρασμούς. Ολόκληρη η ασκητική παράδοση τονίζει ότι οι πειρασμοί γίνονται πιο δυνατοί, όταν φύγει κανείς από τα «πράγματα» που τους προκαλούν, γιατί μένουν τα «νοήματα» των πραγμάτων, τα οποία πειράζουν τον άνθρωπο.
Το ίδιο όμως ισχύει και για τα «νοήματα» των πραγμάτων. Η μνήμη και η αναπαράσταση των όντων δεν είναι αυτή καθαυτήν απορριπτέα. Πολλοί, αντίθετα με όσα γράφει ο Μάξιμος, μάχονται την τέχνη, τον πολιτισμό και ό,τι άλλο συνεπάγεται λειτουργία της ανθρώπινης φαντασίας, για χάρη της απελευθερώσεως από τα πάθη. Πρόκειται για μια Ωριγενική και Ευαγριανή πνευματικότητα, την οποία ασφαλώς έχει στο νου του και καταπολεμά ο Μάξιμος, γιατί τέτοιες ιδέες ήσαν τότε -και, φοβούμαι, εξακολουθούν να είναι- διαδεδομένες μεταξύ των μοναχών. Ούτε προς τα πράγματα, ούτε προς τα νοήματά τους είναι η πάλη των μοναχών, τονίζει ο Μάξιμος, αλλά προς τα πάθη, που είναι «συνεζευγμένα» σ' αυτά. Μια σωστή θεραπεία επιβάλλει αυτές τις διακρίσεις. Αλλιώς παράγονται πνευματικά εκτρώματα, άνθρωποι ψυχικά ασθενείς, που έχουν ανάγκη θεραπείας περισσότερο από κάθε άλλον.
δ. Πως όμως μπορεί να γίνει ο διαχωρισμός του πάθους από τα πράγματα και τα νοήματα: Την απάντηση τη δίνει ο Μάξιμος στην επόμενη αμέσως παράγραφο των όσων είπε πιο πάνω: το εμπαθές νόημα είναι « λογισμός σύνθετος από πάθους και νοήματος. Χωρίσωμεν το πάθος από του νοήματος, και απομένει ο λογισμός ψιλός. Χωρίζομεν δε δι' αγάπης πνευματικής και εγκρατείας, εάν θέλωμεν ». Ο χωρισμός του πάθους από το νόημα δεν γίνεται παρά με την αγάπη, την εγκράτεια (δηλ. την αυτοκυριαρχία) και την ελεύθερη θέληση. Τα στοιχεία όμως αυτά χρειάζονται περισσότερη ανάλυση.