Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΩΤΙΟΥ




ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΩΤΙΟΥ

 

1. Παγκοσμίων διαστάσεων τὸ ἔργο τοῦ Φωτίου

Ὁ Μέγας Φώτιος εἶναι μία ἔξοχη, μία σπάνια, μία μεγαλειώδης φυσιογνωμία τοῦ 9ου αἰῶνος. Ὁ αἰώνας αὐτὸς ἔχει χαρακτηρισθῆ, ἰδιαίτερα ἀπὸ δυτικοὺς ἐρευνητάς, ὡς αἰώνας τῆς ἀναγέννησης τῶν κλασσικῶν γραμμάτων. Ἄλλοι ἐρευνηταὶ διαφωνοῦν μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ αὐτό, διότι, ὅπως ὀρθῶς ἰσχυρίζονται, οὐδέποτε στὸ Βυζάντιο ἔπαυσε ἡ καλλιέργεια καὶ ἡ σπουδὴ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς παιδευτικῆς καὶ γραμματειακῆς παραδόσεως. Ἂν ὑπάρχει κάποια διαφοροποίηση τὸν 9ο αἰώνα, αὐτὴ συνίσταται στὴν παρουσία καὶ δράση τῆς ἐξαιρετικῆς μορφῆς τοῦ Μεγάλου Φωτίου.

Ὁ Μέγας Φώτιος ἔχει προσδιορίσει τὸ μέλλον ὄχι μόνον τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀλλὰ καὶ τῆς παγκόσμιας ἱστορίας, ὅπως ἐλπίζω νὰ φανῆ ἀπὸ τὴν σύντομη ἀνάπτυξη ποὺ θὰ ἐπιχειρήσω. Ἐὰν ὁ Μέγας Φώτιος δὲν μᾶς ἐχαρίζετο ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ τὴν κρίσιμη περίοδο τοῦ 9ου αἰῶνος, ἡ σημερινὴ μορφὴ τοῦ κόσμου θὰ ἦταν διαφορετική. Καὶ σπεύδω νὰ πῶ ἀμέσως, κατοχυρώνοντας αὐτὴν τὴν θέση, ὅτι ἡ πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ σὲ σχέση μὲ τὴν Δύση τῶν Φράγκων σφραγίσθηκε ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Μεγάλου Φωτίου, ὅπως καὶ ἡ πορεία καὶ ἡ πνευματικὴ ἐξέλιξη τῶν Σλάβων. Οἱ σλαβικοὶ λαοὶ οφείλουν τὸν πολιτισμό  τους, τὴν γλῶσσα τους, τὴν θρησκεία τους σὲ ἐνέργειες καὶ δράσεις τοῦ Μ. Φωτίου, ὁ ὁποῖος ἐσχεδίασε καὶ ἐπραγματοποίησε τὸν ἐκχριστιανισμό  τους. Ἡ σθεναρὴ στάση τοῦ Μ. Φωτίου ἔναντι τοῦ πάπα καὶ τῶν Φράγκων, ὅπως θὰ δοῦμε, καὶ ἡ πολιτιστικὴ διεύρυνση τοῦ Βυζαντίου πρὸς τοὺς σλαβικοὺς λαοὺς δείχνουν τὸ παγκοσμίων διαστάσεων ἔργο τοῦ Μεγάλου Φωτίου. Ἂν ὁ Μέγας Φώτιος δὲν προσέφερε αὐτὰ ποὺ προσέφερε, ἐκινδύνευαν οἱ Ἕλληνες νὰ ἐκλατινισθοῦν, νὰ φραγκέψουν, οἱ δὲ σλαβικοὶ λαοὶ ἢ θὰ ἐξισλαμίζοντο ἢ θὰ ἐξελατινίζοντο, μὲ συνέπεια νὰ εἶναι πολὺ διαφορετικὸς σήμερα ὁ χῶρος τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς.

 

2. Ἡ Εὐρώπη τῶν Φράγκων καὶ τοῦ πάπα

Ὁ αἰώνας τοῦ Φωτίου, ὁ 9ος αἰώνας, ἦταν πολὺ κρίσιμη ἐποχὴ γιὰ τὴν Ρωμιοσύνη τοῦ Βυζαντίου. Μέχρι τότε ὑπῆρχε μιὰ ἑνιαία αὐτοκρατορία, μία ἑνιαία οἰκουμένη, ἡ ἑλληνορωμαϊκὴ αὐτοκρατορία τοῦ Βυζαντίου, ποὺ ἐκτεινόταν στὴν Ἀνατολὴ καὶ στὴ Δύση. Δὲν ὑπῆρχε ἄλλη πολιτικὴ ὀντότητα, ἄλλη πολιτικὴ δύναμη ἱκανὴ νὰ ἀμφισβητήσει τὴν κυριαρχία τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ νὰ διαιρέσει τὴν αὐτοκρατορία. Ἡ ἕνωση ὅμως τῶν φραγκικῶν λαῶν ὑπὸ τὸν Μέγα Κάρολο δημιουργεῖ στὴ Δύση ἕνα νέο ἰσχυρὸ πολιτικὸ κέντρο, μία νέα πολιτικὴ δύναμη. Τὸ 800 μ.Χ. γίνεται στὴ Ρώμη ἀπὸ τὸν πάπα ἡ στέψη τοῦ Μεγάλου Καρόλου ὡς αὐτοκράτορος τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Γερμανικοῦ ἔθνους. Ἡ ἑνιαία αὐτοκρατορία διασπᾶται, τὸ Βυζάντιο ἀποκτᾶ ἰσχυρὸ ἀντίπαλο στὴ Δύση μὲ καταλυτικὲς συνέπειες γιὰ τὴν παγκόσμια ἱστορία.

Ὁ πάπας μέχρι τότε μετεῖχε στὴν ἑνιαία ἑλληνορωμαϊκὴ αὐτοκρατορία. Παρὰ τὶς αὐταρχικὲς καὶ μοναρχικὲς τάσεις ποὺ εἶχαν ἐκδηλωθῆ ἐκ μέρους μερικῶν παπῶν, ἦταν ἁπλῶς ἕνα μέλος τῆς πενταρχίας τῶν πατριαρχῶν, μετέχων ἰσοτίμως στὶς οἰκουμενικὲς συνόδους, ἀκόμη καὶ στὴν ἑβδόμη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐναντίον τῶν εἰκονομάχων τὸ 787. Θεώρησε λοιπὸν κατάλληλη τὴν εὐκαιρία, συμμαχῶν μὲ τοὺς Φράγκους, νὰ προωθήσει τὶς μοναρχικὲς ἀξιώσεις του ἐπὶ τῆς παγκόσμιας Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἐπιβάλει τὶς περὶ πρωτείου καὶ παγκόσμιας δικαιοδοσίας ἀξιώσεις του.

Ἐπὶ ἀρκετὸ καιρὸ κρατοῦσε ἰσορροπίες ἀνάμεσα στὰ δύο ἰσχυρὰ πολιτικὰ κέντρα τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τῶν Φράγκων, μέχρι, ποὺ τελικῶς, ὅπως πειστικὰ ἔχει ἀναπτύξει στὰ βιβλία του ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὑπέκυψε στοὺς Φράγκους, καὶ ἔτσι οὐσιαστικῶς ὅλος ὁ δυτικὸς κόσμος, καὶ ἡ Ρώμη, ἐφράγκεψαν, ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Γερμανῶν Φράγκων. Αὐτὸ ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς σημερινοὺς εὐρωπαϊκοὺς προβληματισμούς, γιὰ τὸ εὐρωπαϊκὸ γίγνεσθαι σήμερα, γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἕνα ἀντίπαλο ἰσχυρὸ πολιτικὸ κέντρο, ὅπως ἦταν τότε ἡ κοσμοκράτειρα Κωνσταντινούπολη. Ἴσως ἡ Ὀρθόδοξη Μόσχα θὰ ἠμποροῦσε σήμερα νὰ παίξει αὐτὸν τὸν ρόλο.

Ἡ τότε στάση τοῦ Μεγάλου Φωτίου ἀπέναντι στὰ δύο μεγάλα κέντρα ἐξουσίας ποὺ ὑπῆρχαν στὴ Δύση, ἕνα πολιτικὸ καὶ ἕνα ἐκκλησιαστικό, πρέπει νὰ προσδιορίζει καὶ τὴν δική μας πολιτικὴ καὶ πολιτιστικὴ στάση, ἂν θέλουμε νὰ διαφυλάξουμε τὴν πολιτιστικὴ καὶ πνευματική μας ἰδιοπροσωπία, μολονότι φαίνεται ὅτι ἡ ἔνταξή μας στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη τῶν Φράγκων ἔγινε χωρὶς κανένα ὅρο, καὶ ἤδη οἱ ἀφομοιωτικὲς διαδικασίες ἔχουν ἀρχίσει νὰ λειτουργοῦν εἰς βάρος μας. Σήμερα καμαρώνουμε ὅλοι, διότι ἐγίναμε μέλη τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης καὶ θεωροῦμε ὅτι ἡ Δύση εἶναι ὁ φυσικὸς ζωτικός μας χῶρος. Ἀπὸ αὐτὸν ὅμως τὸν χῶρο εἰσέρχονται στὸν δικό  μας χῶρο, εἴτε ἐπίσημα μὲ τὴν νομοθεσία, εἴτε ἀνεπίσημα, λόγω τῶν ἀναγκαίων ἐπαφῶν, νοοτροπίες, μέτρα, ἤθη καὶ ἔθιμα, στὴν παιδεία καὶ στὴν καθημερινότητα, τὰ ὁποῖα ἀλλοιώνουν καὶ ἐξασθενοῦν τὶς δικές μας πολιτιστικὲς παραδόσεις. Σκέφθηκε ποτὲ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ὑπεύθυνους πολιτικούς μας, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων στεροῦνται ἀκραιφνοῦς ἱστορικῆς παιδείας, πῶς ἐνήργησαν σὲ ἀνάλογες περιπτώσεις οἱ μεγάλοι ἄνδρες τοῦ Γένους καὶ κατόρθωσαν νὰ διασώσουν τὸν ἑλληνορθόδοξο πολιτισμό, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους, ὄντως καὶ ἀληθῶς μέγας, εἶναι ὁ Φώτιος; Θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια πῶς διαμόρφωσε τὴν στάση του, τελείως διαφορετικὴ καὶ ἀσύγκριτα ἀνώτερη ἀπὸ τὴ στάση τῆς σημερινῆς πολιτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας.

 

3. Ἡ εἰκονομαχικὴ Μεταρρύθμιση περιελάμβανε καὶ τὸν ἀποχριστιανισμὸ τῆς παιδείας

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀντιπαράθεση αὐτὴ τῶν τριῶν κέντρων ἐξουσίας, δηλαδὴ Κωνσταντινούπολης, Ρώμης καὶ Φράγκων (Ἄαχεν), τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Φωτίου χαρακτηρίζουν καὶ οἱ καταστροφικὲς συνέπειες τῆς Εἰκονομαχίας, τὴ δεύτερη φάση τῆς ὁποίας, στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 9ου αἰῶνος, ἐπρόλαβε νὰ βιώσει ὁ Φώτιος. Εἶναι πολὺ γνωστὸ ὅτι ὁ πολιτικὰ πρωταίτιος τῆς Εἰκονομαχίας αὐτοκράτωρ Λέων Γ’, ὁ Ἴσαυρος, λόγω τοῦ ὅτι οἱ μοναχοὶ ἀποτελοῦσαν τὴν βασικὴ δύναμη ἀντιδράσεως, ὡς ὑπέρμαχοι τῶν ἱερῶν εἰκόνων, προσέδωσε στὴν παιδεία κοσμικὸ χαρακτήρα μὲ ἀνάλογες μεταρρυθμίσεις στὸ Πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως. Θέλησε νὰ ἀποεκκλησιαστικοποιήσει, νὰ ἀποχριστιανίσει τὴν παιδεία καὶ τὴν αὐτοκρατορία, νὰ τὴν ἐκκοσμικεύσει, ὥστε νὰ παύσουν οἱ μοναχοὶ νὰ ἐπηρεάζουν πνευματικὰ τοὺς πιστούς, πρᾶγμα ποὺ ἐπετεύχθη πολὺ ἀργότερα στὴ Δύση μὲ τὸν Διαφωτισμὸ καὶ τὴν Ἀναγέννηση, ἰδιαίτερα δὲ μετὰ τὴν Γαλλικὴ Ἐπανάσταση καὶ τὴν ἐγκαθίδρυση κοσμικῶν κρατῶν, παντελῶς χωρισμένων ἢ καὶ ἐχθρικῶν  πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Ἡ παιδεία στὸ Βυζάντιο μέχρι τὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας εἶχε διπλὸ χαρακτήρα, ὅπως εἶχε προσδιορισθῆ ἀπὸ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχας. Ἦταν ἑλληνικὴ καὶ χριστιανικὴ συγχρόνως. Στὰ σχολεῖα τῆς Ρωμιοσύνης, τοῦ Βυζαντίου, διδάσκονταν ἀδιαιρέτως οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες συγγραφεῖς καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Λέων Ἴσαυρος, λοιπόν, θέλησε νὰ δώσει μία «προοδευτικὴ» κατεύθυνση στὸν πολιτισμὸ καὶ στὴν παιδεία, ὅπως ἐπιθυμοῦν νὰ δώσουν «προοδευτικὴ» κατεύθυνση καὶ οἱ νεώτεροι εἰκονομάχοι ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, οἱ σύγχρονοι «προοδευτικοί». Θέλησε νὰ προσδώσει περισσότερο κοσμικὸ χαρακτήρα στὴν παιδεία. Καὶ ὅπως σήμερα γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἔξοδο τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν ἀπὸ τὰ σχολεῖα μας, νὰ μὴ διδάσκονται ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἀρχὲς τῆς πίστεως, περίπου τὸ ἴδιο εἶχε ἀποφασίσει ὁ Λέων Ἴσαυρος τὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας. Ἐξεδίωξε τοὺς Χριστιανοὺς καθηγητὰς ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπως εἶχε κάνει σὲ εὐρύτερη κλίμακα, σὲ ὅλα τὰ σχολεῖα, τὸν 4ο αἰώνα ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης, τοῦ ὁποίου τὰ σχέδια εὐτυχῶς δὲν εὐδοκίμησαν, διότι ἐκυριάρχησε μετὰ τὸν θάνατό  του ἡ παιδευτικὴ γραμμὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκράτησαν τὴν παιδεία μας ἑλληνικὴ καὶ χριστιανικὴ συγχρόνως, τὰ ὑγιῆ στοιχεῖα τῆς ἀρχαιοελληνικῆς παιδευτικῆς παραδόσεως συνταιριασμένα μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου.

Τὴν περίοδο λοιπὸν αὐτὴ ποὺ ἡ παράδοση τῆς παιδείας ἀμφισβητεῖται, γεννιέται καὶ ἀναπτύσσεται ὁ Μέγας Φώτιος. Οἱ συγγενεῖς του ἦσαν φίλοι τῶν ἁγίων εἰκόνων· ὁ πατριάρχης Ἅγιος Ταράσιος ποὺ συνεκάλεσε τὴν ἑβδόμη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἦταν θεῖος του, ἀδελφὸς τοῦ πατρός του, ἐνῶ ἀμφότεροι οἱ γονεῖς του εἶχαν διωχθῆ ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ κλῖμα διαμορφώνει ὁ Μέγας Φώτιος τὴν δική του στάση ἀπέναντι στὴν παιδεία.

 

4. Τὸ τριπλὸ μεγαλεῖο τοῦ Φωτίου

Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δύο αὐτοὺς παράγοντες, τὴν αὐτονόμηση δηλαδὴ τῆς Δύσεως καὶ τὸ εἰκονομαχικὸ κίνημα, ἐμφανίζεται καὶ ἕνας τρίτος παράγων ποὺ συνυπολογίζεται ἀπὸ τὸν Μέγα Φώτιο στὴν διαμόρφωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς του πολιτικῆς· πρόκειται γιὰ τὴν ἐδαφική, τὴν γεωγραφικὴ συρρίκνωση τῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τῶν Ἀράβων τὸν 7ο αἰώνα, οἱ ὁποῖοι διαρκῶς ἀποσποῦσαν ἀνατολικὲς ἐπαρχίες ἀπὸ τὴν αὐτοκρατορία καὶ ἐγκαθιστοῦσαν τὴν νέα θρησκεία τοῦ Μωάμεθ, τὸ Ἰσλάμ.

Ἐπιχειρεῖται, λοιπόν, ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς Φράγκους ἡ διεκδίκηση τῆς ἑνιαίας αὐτοκρατορίας, ἡ ἀμφισβήτηση τῆς οἰκουμενικότητος τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐπιδιώκουν νὰ πάρουν αὐτοὶ τὴν παγκόσμια ηγεμονία, ἔχοντας συνεπίκουρο καὶ τὸν πάπα, ὁ ὁποῖος στηριζόμενος τώρα πολιτικὰ στους Φράγκους ἀποτολμᾶ ἐκκλησιαστικὴ διείσδυση σὲ ἔδαφος τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ ἀποστολὴ Φράγκων ἱεραποστόλων στὴν Βουλγαρία, ἡ ὁποία μόλις πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια εἶχε ἐπισήμως δεχθῆ τὸν Χριστιανισμὸ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη (864). Ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ ἐπίσης ἡ αὐτοκρατορία ὑφίστατο συρρίκνωση ἐκ μέρους τῶν Ἀράβων, ὅπως εἴπαμε.

Πολλοὶ ἐρευνηταὶ βλέπουν ὅτι αὐτὴν τὴν ἐπιβολὴ καὶ ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ ἀπὸ τὴν Δύση τὴν ἀντιμετώπισε μὲ μεγαλοφυῆ σχεδιασμὸ ὁ Μ. Φώτιος, ὥστε νὰ ἀναπληρωθοῦν οἱ ἀπώλειες ζωτικοῦ χώρου, ἐδαφικῶς καὶ πολιτιστικῶς. Ἰθύνων νοῦς αὐτοῦ τοῦ σχεδιασμοῦ ἦταν ὁ Μ. Φώτιος. Καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας μου εἶναι τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ προσφορὰ τοῦ Μεγάλου Φωτίου, αὐτὰ ἐκδηλώθηκαν σὲ τρεῖς βασικοὺς τομεῖς, τριπλασιάζοντας ἔτσι τὴν προσφορά του, διότι καὶ ἡ ἐπιτυχία σὲ ἕνα μόνον ἀπὸ τοὺς τρεῖς τομεῖς θὰ ἀρκοῦσε γιὰ νὰ χαρακτηρισθῆ ὡς μέγας ὁ Φώτιος. Ὁ Φώτιος λοιπὸν ἦταν μέγας α) ὡς ἐκκλησιαστικοπολιτικὸς ἡγέτης β) ὡς φιλόλογος καὶ γ) ὡς θεολόγος.

Πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια, τὸ 1991, γιορτάσαμε διορθοδόξως καὶ διεπιστημονικῶς τὰ 1100 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Μεγάλου Φωτίου († 891). Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἐπετείου συνεκλήθησαν ἀπὸ διαφόρους φορεῖς, ἐκκλησιαστικοὺς καὶ πανεπιστημιακούς, συμπόσια καὶ συνέδρια, στὰ ὁποῖα παρουσιάσθηκαν δεόντως τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Μ. Φωτίου. Στὴν Θεσσαλονίκη ὀργανώθηκαν δύο ἐπιστημονικὰ συνέδρια: ἕνα ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, στὰ πρακτικὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν ἀναφορὲς στὴν μνημονευθεῖσα τριπλὴ προσφορὰ τοῦ Φωτίου1 καὶ τὸ ἄλλο ἀπὸ τὸ Κέντρο Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖο εἶχε ὡς θέμα τοὺς δύο μεγάλους ἀρχιεπισκόπους Κωνσταντινουπόλεως, τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Θεολόγο καὶ τὸν Μέγα Φώτιο: «Μνήμη Ἁγίων Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Μεγάλου Φωτίου, ἀρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως» (14-17 Ὀκτωβρίου 1993)2. Ὅταν λοιπὸν τότε, τὸ 1993, ὡς πρόεδρος τοῦ Κέντρου Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν παρουσίαζα στὴν Μεγάλη Αἴθουσα Τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου τὸ συνέδριο, ἔκανα τὴν ἑξῆς συνοπτικὴ ἀναφορὰ στὴν προσφορὰ καὶ στὸ ἔργο τοῦ Μεγάλου Φωτίου:

«Μισὴ χιλιετηρίδα χωρίζει αὐτὲς τὶς δύο μεγάλες μορφὲς τοῦ Βυζαντίου, τὸν ἅγιο Γρηγόριο Θεολόγο († 391) καὶ τὸν Μέγα Φώτιο († 891). Ὁ ἕνας ζῆ στὴν ἀρχὴ τῆς θεμελιώσεως τοῦ βυζαντινοῦ κράτους, σὲ ἐποχὴ ἐκρηκτικῆς πνευματικῆς καὶ θεολογικῆς ἀνθήσεως, τῆς ὁποίας εἶναι συντελεστὴς μαζὺ μὲ ἄλλες μεγάλες μορφὲς ἁγίων καὶ πατέρων. Ὁ ἄλλος ζῆ σὲ περίοδο ποὺ ἡ χριστιανικὴ αὐτοκρατορία ἔχει φθάσει στὸ ἀπόγειο τῆς δυνάμεως καὶ τῆς αἴγλης, μὲ ἰσχυρὴ καὶ ἐλκυστικὴ ἀκτινοβολία, τὴν ὁποία ἐκμεταλλεύεται ἀφ’ ἑνὸς γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στοὺς Σλάβους καὶ ἀφ’ ἑτέρου γιὰ τὸν αὐτοπροσδιορισμό της ἀπέναντι στὴ Δύση, ποὺ ἀμφισβητεῖ τὴν οἰκουμενικότητά της καὶ ἐπιδιώκει πνευματικὴ αὐτονόμηση. Ἐκφραστὴς αὐτῆς τῆς αὐτοσυνειδησίας ὁ πατριάρχης Φώτιος κυριαρχεῖ θεολογικὰ τὸν 9ο αἰῶνα καὶ συμπληρώνει τὴν τριάδα τῶν πατέρων ποὺ ὀνομάσθηκαν μεγάλοι, καταστὰς ὄντως Μέγας, μαζὺ μὲ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο καὶ τὸν Μέγα Βασίλειο. Ὁ Μέγας Φώτιος, μετὰ ἀπὸ πέντε αἰῶνες, ἀνώτερος κρατικὸς ἀξιωματοῦχος καὶ καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Μαγναύρας, κατέστη ὠς πατριάρχης ὁ ἐνσαρκωτὴς καὶ προγραμματιστὴς τῆς οἰκουμενικῆς προοπτικῆς τῆς αὐτοκρατορίας καὶ συγχρόνως μέγας θεολόγος καὶ μέγας ἀνθρωπιστής. Ἡ ἐκκλησιαστική του πολιτικὴ μὲ τοὺς δύο προγραμματικούς της στόχους, τὴν ἱεραποστολικὴ ἐξόρμηση πρὸς τοὺς Σλάβους καὶ τὴν παρεμπόδιση τῶν παπικῶν διεκδικήσεων στὴν Ἀνατολή, δημιούργησε τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν αἴγλη τῆς αὐτοκρατορίας καὶ τὴν ἐπιβίωσή της ἐπὶ πεντακόσια ἀκόμη χρόνια. Ἡ θεολογικὴ δεινότης τοῦ ἁγίου Φωτίου, ἐμφανὴς εἰς ὅλα τὰ θεολογικά του ἔργα, κορυφώνεται στὸ Περὶ Ἁγίου Πνεύματος ἔργο του, ποὺ προσδιώρισε τὴν πνευματολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καθ’ ὅλους τοὺς μετέπειτα αἰῶνες. Δὲν ὑστερεῖ καθόλου ἡ φιλολογικὴ καὶ φιλοσοφική του προσφορά, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἐνασχόληση τῶν φιλολόγων μὲ τὸ τεράστιο φιλολογικό του ἔργο καὶ ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμό του ὠς μεγάλου ἀνθρωπιστοῦ. Ἀπάντησε ἔτσι δημιουργικὰ ὁ Φώτιος στὶς ἱστορικὲς προκλήσεις τῶν καιρῶν του, ποὺ εἶχαν ὠς στόχο τὴν γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ συρρίκνωση τῆς αὐτοκρατορίας· μὲ τὸ ἱεραποστολικό του ἔργο διεύρυνε τὰ ὅρια ἐπιρροῆς τοῦ Βυζαντίου, ἐνῶ μὲ τὸ θεολογικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ ἐνίσχυσε τὰ πνευματικὰ θεμέλια καὶ τὴν ἀκτινοβολία τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ. Ὡδήγησε ἔτσι τὴν Ἐκκλησία στὴν ἐνδοξότερή της ἐποχὴ μέσα σὲ ἕνα ἀκμαῖο καὶ ἰσχυρὸ χριστιανικὸ κράτος. Εἶναι λοιπὸν τρισδιάστατο τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἁγίου Φωτίου· μέγας ὡς θεολόγος, μέγας ὡς ἐκκλησιαστικὸς πολιτικὸς καὶ μέγας ὡς ἀνθρωπιστής»3.

 

α) Ὁ Μ. Φώτιος ὡς φιλόλογος καὶ ἀνθρωπιστὴς

Σχετικὰ μὲ αὐτὲς τὶς τρεῖς πλευρὲς τῆς δραστηριότητος τοῦ Φωτίου ὡς φιλολόγου, ὡς θεολόγου και ὡς ἐκκλησιαστικοῦ πολιτικοῦ θὰ παρουσιάσω μερικὰ στοιχεῖα. Ἐν πρώτοις τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ καθιστᾶ τὸν Φώτιο μεγάλο φιλόλογο; Ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς τῆς φιλοσοφίας στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Β. Τατάκης γράφει ὅτι τὸν Φώτιο τὸν διεκδικοῦν περισσότερο οἱ φιλόλογοι παρὰ οἱ θεολόγοι, ὅτι ἔχει μεγαλύτερη σημασία ὡς φιλόλογος παρὰ ὡς θεολόγος4. Ὁ Μέγας Φώτιος ἦταν κάτοχος μιᾶς ἐξαιρετικῆς, μιᾶς μοναδικῆς σοφίας καὶ γνώσης, γιὰ τὴν ὁποία προκαλοῦσε τὸν θαυμασμὸ καὶ τὸν ἔπαινο ἀκόμη καὶ τῶν ἐχθρῶν καὶ ἀντιπάλων του. Πρὶν γίνει πατριάρχης ἐδίδασκε καὶ σὲ ἰδιωτικὴ σχολὴ ποὺ εἶχε ὀργανώσει στὴν οἰκία του, ἀλλὰ καὶ στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Μαγναύρας. Ἐδίδασκε γραμματική, φιλοσοφία, λογική, διαλεκτική, ἀκόμη καὶ μαθηματικὰ5. Μὲ πολλὴ στενοχωρία ἐγκατέλειψε αὐτὴν τὴν ἐκπαιδευτικὴ δραστηριότητα, ποὺ τοῦ ταίριαζε καὶ τὴν ἀγαποῦσε, γιὰ νὰ ἀνέλθει, πιεζόμενος, στὴν ἡλικία τῶν σαράντα ἐτῶν στὸν πατριαρχικὸ θρόνο. Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν ὑπερφίαλο πάπα Νικόλαο, ὁ ὁποῖος τὸν κατηγοροῦσε ὅτι ἀνῆλθε «ἀθρόον» εἰς τὸν πατριαρχικὸ θρόνο, ἔγινε δηλαδὴ ἐκ λαϊκῶν ἀμέσως ἐπίσκοπος, διελθὼν ταχέως τοὺς ἱερατικοὺς βαθμούς, γράφει ὅτι δὲν εἶχε κανένα λόγο, δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐγκαταλείψει τὰ γράμματα, τὸ χῶρο τῆς παιδείας, καὶ νὰ ἀναλάβει τὸν πολυεύθυνο ρόλο τοῦ πατριάρχου. Γιὰ νὰ δείξει πόσο καρποφόρο καὶ ἀποδοτικὸ ἦταν τὸ ἔργο του στὴν παιδεία, διηγεῖται ὅτι, ὅταν ἔφευγε ἀπὸ τὴν ἰδική του σχολὴ γιὰ νὰ μεταβεῖ στὰ ἀνάκτορα, ὅπου εἶχε ὑψηλὴ πολιτικὴ θέση, τὸν συνόδευαν οἱ μαθηταί του μὲ πίκρα καὶ πόνο, γιατὶ τοὺς ἄφηνε μόνους γιὰ λίγο χρονικὸ διάστημα. Τόση ἕλξη ἀσκοῦσε ὡς διδάσκαλος, ὥστε καὶ ἡ ὀλιγόωρη ἀπουσία του στενοχωροῦσε τοὺς μαθητάς του. Ὅταν δὲ ἐπέστρεφε ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα, ἔβγαιναν ὅλοι νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν καὶ ἐσχημάτιζαν κύκλο γύρω του6. Ἀπὸ αὐτὸν τὸν κύκλο τῶν μαθητῶν τοῦ Φωτίου προῆλθαν μεγάλες προσωπικότητες, ὅπως ὁ αὐτοκράτωρ Λέων Στ’ ὁ Σοφός, οἱ αὐτάδελφοι ἀπόστολοι τῶν Σλάβων Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, ὁ πατριάρχης Νικόλαος Α’ Μυστικός, ὁ Ἀρέθας Καισαρείας κ.ἄ.

Ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς φιλολογικῆς δραστηριότητος τοῦ Φωτίου πολὺ γνωστὰ στοὺς εἰδικοὺς εἶναι δύο ἐξαιρετικά του ἔργα. Τὸ πρῶτο εἶναι τὸ Λεξικὸ τοῦ Φωτίου, τὸ «Λέξεων Συναγωγή». Μέχρι τῶν μέσων τοῦ 20οῦ αἰῶνος τὸ σπουδαῖο αὐτὸ ἔργο ἐσώζετο ἀποσπασματικῶς σὲ μερικὰ χειρόγραφα. Εὐτυχῶς τὸ 1959 ὁ καθηγητὴς τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Λίνος Πολίτης ἀνακάλυψε ἕνα χειρόγραφο στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικάνορος (Ζάβορδα) στὰ Γρεβενά, τὸ ὁποῖο περιεῖχε ὁλόκληρο τὸ ἔργο, τοῦ ὁποίου τὴν ἔκδοση ἀνέλαβε καὶ πραγματοποιεῖ ὁ καθηγητὴς τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Χρῆστος Θεοδωρίδης· ἐξεδόθησαν ἤδη δύο τόμοι7. Στὸ Λεξικό του ὁ Μ. Φώτιος συγκέντρωσε ὅλες τὶς δύσκολες λέξεις τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας τὶς ὁποῖες ἑρμηνεύει ἐτυμολογικὰ καὶ ἐννοιολογικά, γιὰ νὰ διευκολύνει τοὺς μαθητές του, ἀλλὰ καὶ τοὺς μετέπειτα, στὴν ἐνασχόλησή τους μὲ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ κείμενα.

Τὸ σπουδαιότερο ὅμως ἔργο τοῦ Φωτίου στὸν χῶρο αὐτὸ εἶναι ἡ γνωστὴ «Μυριόβιβλος» «Βιβλιοθήκη», ὅπως χαρακτηρίσθηκε ἐπαινετικῶς καὶ ὀρθῶς ἀπὸ μεταγενεστέρους. Ὁ ἴδιος ὁ Φώτιος τὸ χαρακτηρίζει ὡς «Ἀπογραφὴ καὶ συναρίθμησις τῶν ἀνεγνωσμένων ἡμῖν βιβλίων». Στὸ ἔργο αὐτὸ ἀναλύει καὶ σχολιάζει διακόσια ὀγδόντα συγγράμματα προγενεστέρων συγγραφέων καὶ ἀπὸ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ πατερικὴ γραμματεία. Ἡ μεγάλη σημασία αὐτοῦ τοῦ ἔργου, πέραν τῶν ἐκτιμήσεων καὶ σχολίων τοῦ Φωτίου, ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι μᾶς προσφέρει πληροφορίες γιὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔχουν χαθῆ, καὶ ἑπομένως χωρὶς τὸ ἔργο αὐτὸ δὲν θὰ ἐγνωρίζαμε οὔτε τὴν ὕπαρξη οὔτε τὸ περιεχόμενό τους.

Στὴ συνάφεια αὐτὴ ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ὁ καθηγητὴς Β. Τατάκης ἔχει γράψει, πέραν τῶν ἄλλων, καὶ μία μελέτη μὲ τίτλο «Φώτιος ὁ μέγας ἀνθρωπιστής»8. Ἐπειδὴ ὁ ὅρος «ἀνθρωπιστὴς» μπορεῖ νὰ παρεξηγηθῆ, συμπληρώσαμε ἢ διευκρινήσαμε τὶς σκέψεις τοῦ καθηγητοῦ Τατάκη σὲ δικό μας ἄρθρο μὲ τὸν ἐρωτηματικό τίτλο «Ἦταν ὁ Μ. Φώτιος ἀνθρωπιστής;»9. Ἐπειδὴ συνήθως ὡς «ἀνθρωπισμὸς» ἐννοεῖται ἡ στροφὴ πρὸς τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη μὲ συνακόλουθη ἀπόρριψη τῆς Χριστιανικῆς σκέψεως, καὶ πλειστάκις μὲ ἐχθρικὴ ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας στάση, διευκρινίζουμε ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν ἀνθρωποκεντρικὸ καὶ ἄθεο Οὐμανισμὸ τῆς Δύσεως δὲν ἔχει καμμία σχέση ὁ Μ. Φώτιος· ἦταν χριστιανὸς ἀνθρωπιστὴς στὰ ἴχνη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ὄχι σὰν τοὺς ἀνθρωπιστὰς τῆς εὐρωπαϊκῆς Ἀναγεννήσεως καὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ.

 

β) Ὁ Μέγας Φώτιος ὡς θεολόγος

Ὁ Φώτιος διέπρεψε ὄχι μόνον ὡς φιλόλογος, ἀλλὰ καὶ ὡς θεολόγος. Μέχρι τὴν ἡλικία τῶν 38 ἐτῶν κανεὶς δὲν πίστευε ὅτι θὰ ἀναμιχθῆ στὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Θεολογίας· ἦταν ἕνας ἐπιτυχημένος κοσμικὸς καθηγητής, κρατικὸς ἀξιωματοῦχος στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ καὶ ἔμπειρος διπλωμάτης. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ ἀνῆλθε, πιεζόμενος, στὸν πατριαρχικὸ θρόνο ἦταν φυσικὸ καὶ ἀναμενόμενο νὰ ἀσχοληθῆ μὲ τὰ ἀνακύπτοντα θεολογικὰ προβλήματα. Εἶναι πολυμερὴς καὶ ἐκτεταμένη ἡ θεολογική του παραγωγή, θὰ ἐπισημάνω ὅμως ἐδῶ ὀλίγα ἀπὸ τὴν πλούσια θεολογικὴ προσφορά του. Τὸ σημαντικώτερο εἶναι ὅτι ἐτόλμησε πρῶτος καὶ μόνος, μὲ πολὺ προσωπικὸ κόστος, νὰ ἀντιπαραταχθῆ πρὸς τὴν Φραγκικὴ Θεολογία, ἡ ὁποία πλέον εἶχε ἐπιβληθῆ στὴν παλαιὰ Ρώμη. Οἱ Φράγκοι θεολόγοι τῆς αὐλῆς τοῦ Μ. Καρόλου καὶ τῶν διαδόχων του ἤθελαν νὰ εἶναι καὶ θεολογικὰ ἀνεξάρτητοι καὶ αὐτόνομοι, νὰ μὴν ἀκολουθοῦν τὴν Θεολογία τῆς Ἀνατολῆς στὰ δόγματα, στὴν λατρεία, στὸ δίκαιο, ὅπως ἔπραττε μέχρι τότε η Δύση, ποὺ οὐσιαστικὰ ἦταν μαθήτρια τῆς Ἀνατολῆς. Ἤθελαν νὰ οἰκοδομήσουν δικό τους πολιτισμό, δική τους θεολογία, καὶ αὐτὰ νὰ μεταδώσουν καὶ εἰς ἄλλους λαούς, ὡς ἰσχυρὸ πλέον πολιτικὸ κέντρο. Ὅπως σήμερα ἡ Ἀμερικὴ ἐδημιούργησε δικό της πολιτισμό, τοῦ ὁποίου τᾶ προϊόντα μεταδίδει καὶ εἰς ἄλλους λαούς, τὰ μεταδίδει καὶ σὲ ἐμᾶς, χωρὶς δυστυχῶς νὰ ἀντιδροῦμε, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο οἱ Φράγκοι θέλησαν νὰ εἰσέλθουν καὶ στὸν χῶρο τῆς Θεολογίας. Ἡ ἐπέμβαση αὐτὴ ἔγινε μὲ τὴν υἱοθέτηση καὶ ὑποστήριξη τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ», μὲ τὸ γνωστὸ στὰ λατινικὰ «filioque», καὶ μὲ τὴν προσθήκη αὐτῆς τῆς αἱρέσεως στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Καὶ μολονότι ἀκόμη καὶ ὀρθόδοξοι πάπες ἀντέδρασαν στὸ ἐγχείρημα αὐτό, ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Φωτίου θέλησαν νὰ περάσουν αὐτὴν τὴν διδασκαλία καὶ τὴν προσθήκη καὶ στὸ χῶρο τῆς Ἀνατολῆς. Ἔστειλαν ἱεραποστόλους στὴν Βουλγαρία, μολονότι ἐκεῖ προηγουμένως εἶχαν ἐργασθῆ ἱεραπόστολοι ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ εἶχαν ἐκχριστιανίσει τοὺς Βουλγάρους. Οἱ Φραγκολατῖνοι ἱεραπόστολοι δίδαξαν στοὺς νεοφύτους Χριστιανοὺς τὴν αἵρεση τοῦ filioque καὶ κατήργησαν ὅλα τὰ ἰδικά μας λειτουργικὰ καὶ ἄλλα ἤθη καὶ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα ἀπαριθμεῖ ὁ Μ. Φώτιος, ἐνημερώνοντας μὲ ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ τοὺς πατριάρχας τῆς Ἀνατολῆς10. Ὁ Φραγκικὸς πολιτισμὸς ἀπειλοῦσε νὰ ὑποκαταστήσει τὸν Ὀρθόδοξο πολιτισμό.

Εὐτυχῶς βρέθηκε τὴν περίοδο ἐκείνη ἡ ἰσχυρὴ προσωπικότητα τοῦ Μεγάλου Φωτίου, γιὰ νὰ ἐμποδίσει τὴν διείσδυση τῶν Φράγκων στὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία. Συνέγραψε γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ πρῶτος μία καταπληκτικὴ θεολογικὴ πραγματεία μὲ τίτλο «Περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας». Ἐκφράζεται πολὺ αὐστηρὰ γιὰ τοὺς Φράγκους θεολόγους τοὺς ὁποίους ὀνομάζει «ἄνδρας ἐκ σκότους ἀναδύντας», καὶ ἀνασκευάζει ὅλα τὰ θεολογικά τους ἐπιχειρήματα. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἔγινε τὸ βασικὸ θεολογικὸ ἔργο, στο ὁποῖο στηρίχθηκαν καὶ στηρίζονται ὅλοι οἱ μεταγενέστεροι θεολόγοι στὴν ἀντιμετώπιση τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας τοῦ Παπισμοῦ περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ».

Ἡ θεολογικὴ προσφορὰ τοῦ Μ. Φωτίου δὲν ἐξαντλεῖται βεβαίως στὴν ἀντιπαράθεσή του μὲ τοὺς παπικούς, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται στὴν ὑμνογραφία, τὴν ὁμιλητική, τὸ κανονικὸ δίκαιο, τὴν ἐπιστολογραφία, τὴν ἑρμηνευτική. Στὰ ἑρμηνευτικά του ἔργα ἀνήκουν τὰ «Ἀμφιλόχια», μία μεγάλη συλλογὴ ἐρωταποκρίσεων, ποὺ γράφτηκε γιὰ τὸν ἐπίσκοπο Κυζίκου Ἀμφιλόχιο, ἐκ τοῦ ὁποίου πῆρε καὶ τὸ ὄνομά της. Ὅ,τι εἶναι ἡ «Μυριόβιβλος» γιὰ τοὺς φιλολόγους εἶναι τὰ «Ἀμφιλόχια» γιὰ τοὺς θεολόγους. Ἀπαντᾶ ὁ Φώτιος σὲ τριακόσια (300) θεολογικὰ ἐρωτήματα, τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέση μὲ ἑρμηνεία δυσκόλων χωρίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

 

γ) Ὁ Μέγας Φώτιος ὡς ἐκκλησιαστικὸς πολιτικὸς

Ἔκανα προηγουμένως ἐνδεικτικὴ ἀναφορὰ στὴν προσφορὰ τοῦ Μεγάλου Φωτίου ὡς ἐκκλησιαστικοῦ πολιτικοῦ, ἡ ὁποία εἶναι διπλῆ· περιλαμβάνει καὶ τὴν σθεναρή του στάση ἀπέναντι στὴν Εὐρώπη τῶν Φράγκων καὶ τοῦ ἐκφραγκευμένου πλέον Παπισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἱεραποστολικὴ ἐξόρμηση τῆς αὐτοκρατορίας πρὸς τοὺς σλαβικοὺς λαοὺς τῆς Νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης καὶ πρὸς τὴν Ρωσία. Τὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο τοῦ Μ. Φωτίου εἶναι τεράστιο, συγκρινόμενο μόνον μὲ τὸ ἀνάλογο ἔργο τοῦ πολυπαθοῦς μεγάλου ἐπίσης προκατόχου του στὸν πατριαρχικὸ θρόνο Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου. Ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν Σλάβων τῆς Μοραβίας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Κύριλλο καὶ Μεθόδιο, τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Ρώσων ἐντάσσεται στὰ πλαίσια αὐτῆς τῆς δραστηριότητος τοῦ Μ. Φωτίου.

 

5. Κρίσεις περὶ τοῦ Μεγάλου Φωτίου

Πρὶν φθάσω στον Ἐπίλογο, ὅπου θὰ κάνω μερικὲς ἐκσυγχρονιστικὲς ἐκτιμήσεις, θὰ παραθέσω ἐνδεικτικὰ μερικὲς γνῶμες γιὰ τὸν Μέγα Φώτιο, ποὺ δείχνουν κάλλιστα τὸν ἐντελῶς ἐξαιρετικὸ καὶ μοναδικὸ χαρακτήρα τῆς προσφορᾶς του. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ φανατικοὶ ἀντίπαλοί του ἀναγνωρίζουν τὰ φυσικὰ καὶ ἐπίκτητα χαρίσματά του, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν γνωστὸ συγγραφέα Νικήτα Δαβὶδ Παφλαγόνα, ὁ ὁποῖος στὸν Βίο τοῦ Πατριάρχου Ἰγνατίου γράφει τὰ ἑξῆς, γνωστὰ σὲ ὅσους ἀσχολοῦνται μὲ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Μ. Φωτίου:

«Ἦν δὲ οὗτος (ὁ Φώτιος) οὐ τῶν ἀγενῶν τε καὶ ἀνωνύμων, ἀλλὰ καὶ τῶν εὐγενῶν κατὰ σάρκα καὶ λίαν περιφανῶν σοφίᾳ τε κοσμικῇ καὶ συνέσει τῶν ἐν τῇ πολιτείᾳ στρεφομένων εὐδοκιμώτατος πάντων ἐνομίζετο. Γραμματικῆς μὲν γὰρ καὶ ποιήσεως, ρητορικῆς τε καὶ φιλοσοφίας καὶ δὴ καὶ ἰατρικῆς, καὶ πάσης ὀλίγου δεῖν ἐπιστήμης τῶν θύραθεν τοσοῦτον αὐτῷ τὸ περιϊὸν ὡς μὴ μόνον σχεδὸν φάναι τῶν κατὰ τὴν αὐτοῦ γενεὰν πάντων διενεγκεῖν, ἤδη δὲ καὶ πρὸς τοὺς παλαιοὺς αὐτὸν διαμιλλᾶσθαι. Πάντα γὰρ συνέτρεχεν ἐπ’ αὐτοῦ, ἡ ἐπιτηδειότης τῆς φύσεως, ἡ σπουδή, ὁ πλοῦτος, δι’ ὃν αὐτῷ καὶ νύκτες ἄυπνοι περὶ τὴν ἀνάγνωσιν ἐμμελῶς ἐσχολακότι»11. Ὁ διάδοχος ἐπίσης τοῦ μεγάλου ἐχθροῦ τοῦ Φωτίου πάπα Νικολάου Α’, πάπας Ἰωάννης Η’, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπῆλθε εἰρήνευση στὶς σχέσεις Ρώμης καὶ Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς βέβαια νὰ ἐπιλυθοῦν τὰ σχετικὰ προβλήματα, γράφει περὶ τοῦ Φωτίου σὲ ἐπιστολή του πρὸς τοὺς αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου: «Ἀναμανθάνομεν γὰρ σχεδὸν παρὰ πάντων τῶν πρὸς ἡμᾶς ἐκ τῶν αὐτόθι φοιτώντων τὸν ἄνδρα πᾶσι προτερήμασι τοῖς κατὰ Θεὸν κομᾶν. Τοῦτο μὲν σοφίᾳ καὶ συνέσει τῇ περὶ τὰ θεῖα καὶ τὰ ἀνθρώπινα πάντων διαφέρειν· τοῦτο δὲ περὶ τὴν ἄλλην πρακτικὴν ἀρετὴν καὶ ἐπιμέλειαν τῶν θείων ἐνταλμάτων ἀνεπαίσχυντον ἐργάτην διαβοώμενον. Καὶ οὐ δίκαιον ἐκρίναμεν εἶναι, τοιοῦτον καὶ τηλικοῦτον ἄνδρα καὶ ἄπρακτον διαμένειν»12.

Ὁ διάκονος καὶ ρήτωρ Ἰωάννης, σχολιαστὴς τοῦ βίου τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Ὑμνογράφου, εὐνοϊκὰ διακείμενος πρὸς τοὺς ἀντιφωτιανοὺς «Ζηλωτὰς» γράφει: «Φώτιος τῆς συγκλήτου βουλῆς ἐτύγχανε τὸ πρωτεῖον ἐπιφερόμενος, διὰ τε τὸ πολὺ τοῦ λόγου καὶ τὸ ὑπερβάλλον τῆς γνώσεως καὶ ἅμα διὰ τὸ δεινὸν τοῦ νοὸς καὶ πρὸς τὸ συνθεῖναι καὶ σκευάσαι ἐπιτήδειον»13.

Ἀπὸ τοὺς μεταγενέστερους μνημονεύουμε ὅσα σημειώνει ὁ ἐκδότης τῶν «Ἀπομνημονευμάτων» τοῦ Σιλβέστρου Συροπούλου γιὰ τὴν σύνοδο Φερράρας Φλωρεντίας R. Greyghton, στὰ ὁποῖα «Ἀπομνημονεύματα» ἔδωσε τὸν εὑρηματικὸ καὶ κατάλληλο τίτλο, Vera Historia unionis non verae inter Graecos et Latinos (= «Ἀληθὴς ἱστορία ἑνώσεως μὴ ἀληθοῦς μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Λατίνων»). Γράφει λοιπὸν περὶ τοῦ Φωτίου: «Γι’ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ δοῦν τὴν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων μὲ τὰ δικά τους μάτια καὶ ὄχι μὲ τῶν ἄλλων νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συμφωνήσουν μαζί μου ὅτι οὐδέποτε σοφώτερος ἐν λόγοις, οὐδὲ περὶ τὴν τῶν πραγμάτων διοίκησιν συνετώτερος, οὐδὲ τοῦ θείου καὶ τοῦ ἀνθρωπίνου δικαίου ἐπιστημονικώτερος ἄλλος ἐπὶ τὸν θρόνον ἀνέβη, οὔτε πάπας ἐν Ρώμῃ, οὔτε πατριάρχης ἐν Κωνσταντινουπόλει»14. Ὁ Γάλλος ἐπίσης ἀββᾶς  Jaeger στὸ ἔργο του Historie de Rhotios (Paris 1854) περιγράφει καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλο τὰ τάλαντα τοῦ ἀνδρός: «Ὁ Φώτιος παρὰ τῆς φύσεως ἀθρόα ἔλαβε τὰ κάλλιστα τῶν δώρων, ὅσα ἐπεδαψίλευσέ ποτε αὕτη εἰς ἄνθρωπον θνητόν. Ὕψος διανοίας, βάθος μεγαλοφυΐας, ζωηρότητα πνεύματος, ἐπιμονήν, δραστηριότητα, φιλοδοξίαν καὶ δύναμιν θελήσεως, ἅμα μὲν εὐκαμπτοτέραν τοῦ χρυσοῦ, ἅμα δὲ τοῦ σιδήρου ἀκαμπτοτέραν. Ἐραστὴς ὢν τῶν γραμμάτων ἔνθερθμος διῆγε νύκτας ὅλας περὶ τὴν θεραπείαν αὐτῶν καὶ ἀπέβη ρήτωρ μὲν δεξιός, συγγραφεὺς δὲ ἔγκριτος ἔν τε τῷ πεζῷ καὶ ἐν τῷ ἐμμέτρῳ λόγω καὶ ἐνάμιλλος ἔστιν ὅτε τῶν ἀρχαίων ἀριστοτεχνῶν. Σπουδάσας ὅλας τὰς ἐπιστήμας τοῦ τε κατ’ αὐτὸν αἰῶνος καὶ τῶν προηγουμένων, ἀνεδείχθη καὶ περὶ αὐτὰς παντὸς ἄλλου καθυπέρτερος… Προσθέσατε εἰς ταῦτα ὄψιν εὐειδῆ, σχῆμα ἐμβριθὲς καὶ σῶφρον, ἦθος φαιδρόν, τρόπους προσηνεῖς καὶ ἀπερίττους, λεπτοτάτην εὐπροσηγορίαν, πάντα, ἁπλῶς εἰπεῖν, τὰ ἐξωτερικὰ ἐκεῖνα κοσμήματα, τὰ προσελκύοντα καὶ δελεάζοντα τοὺς ἀνθρώπους δι’ ἀνεκλαλήτου τινὸς χάριτος, καὶ θέλετε ἐννοήσει πῶς τὸ σύμπλεγμα τῶν τοσούτων λαμπρῶν καὶ σπουδαίων προτερημάτων περιεποίησεν εἰς τὸν Φώτιον παράδοξον ἐπὶ πάντων τῶν συγχρόνων ὑπεροχήν, διότι εἶχεν εἰς ὕπατον βαθμὸν τὴν τύχην τοῦ νὰ ἀγαπᾶται ὑπὸ τῶν φίλων καὶ νὰ καθιστᾶ αὐτοὺς πιστοὺς τῶν ἑαυτοῦ συμφερόντων συμμάχους»15.

Ἀπὸ τοὺς νεωτέρους Ἕλληνας ἱστορικοὺς περιοριζόμαστε νὰ ἀναφέρουμε δύο, ἕνα ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς γενικῆς Πολιτικῆς Ἱστορίας καὶ ἕνα ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, καταξιωμένους ἀμφοτέρους καὶ κατέχοντας ἀναμφισβήτητο ἐπιστημονικὸ κῦρος, ἐνῶ ὑπάρχουν πάμπολλοι ἄλλοι ἐπιστήμονες, παλαιότεροι καὶ νεώτεροι, ποὺ ἐκφράζονται μὲ θαυμασμὸ γιὰ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν προσφορὰ τοῦ Φωτίου. Τὶς γνῶμες τῶν περισσοτέρων ἀπὸ αὐτούς, θετικὲς καὶ ἀρνητικές, συγκέντρωσε σὲ μελέτη του ὁ λόγιος μητροπολίτης Ἡλιουπόλεως καὶ Θείρων Γεννάδιος μὲ τίτλο «Αἱ περὶ τοῦ Ἱεροῦ Φωτίου κρίσεις τῶν ἀρχαίων καὶ τῶν ἱστορικῶν τῆς ἐποχῆς μας»16. Γράφει λοιπὸν γιὰ τὸν Φώτιο ὁ ἐθνικός μας ἱστορικὸς Κωνσταντῖνος Παπαρρηγόπουλος: «Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ὁ Φώτιος ὑπῆρξεν ἄνθρωπος ἔξοχος. Μεταξὺ τοῦ πρώτου Κωνσταντίνου, τοῦ δόντος ἀφορμήν εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ ἀνατολικοῦ κράτους, καὶ τοῦ τελευταίου, τοῦ ὁποίου πεσόντος ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τῆς Κωνσταντινουπόλεως συγκατέπεσε καὶ τὸ κράτος ἐκεῖνο, ἐν τῷ διαστήματι ἐτῶν 1000, οὐδὲν ἄλλο ὄνομα διέλαμψε λαμπρότερον ἐπὶ τοῦ ἱστορικοῦ ἡμῶν στερεὼματος ἢ τὸ τοῦ Φωτίου ὄνομα, ὅστις ἐν τῷ μέσῳ ἱστάμενος τῶν δύο Κωνσταντίνων, ὧν ὁ εἷς ἐκπροσωπεῖ τὴν ἀρχήν, ὁ δὲ τὸ ὁριστικὸν τέλος τοῦ μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὑπὲρ πάντα ἄλλον συνετέλεσεν εἰς τὴν διάπλασιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ τούτου»17. Ὁ ἐκκλησιαστικός, ἐπίσης ἱστορικός, καθηγητὴς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν (1923-1938) Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, γράφει: «Διὰ τοῦ πολυυμνήτου ἐκείνου ἀγῶνος ὁ Φώτιος ὑπῆρξε νέας ἱστορικῆς ἐποχῆς δημιουργός, ἐν ᾗ ἐξέχει ἡ ἀναλαμπὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Πνεύματος, διὰ τῆς ὁποίας ἐσελαγίσθη ὁ μεσαιωνικὸς Ἑλληνισμὸς πρὸς νέαν καθοδηγηθεὶς πνευματικὴν ζωὴν καὶ ἀνάπτυξιν… Καθὼς ὁ Πλάτων τῶν διαυγῶν καὶ κλασσικῶν ἡμερῶν τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ, οὕτω καὶ ὁ Φώτιος ὑπῆρξε κατὰ τοὺς μέσους χρόνους μέγα τι καὶ κολοσσιαῖον ἀνάστημα, ταμεῖον ἱερὸν τῶν ἑλληνικῶν παραδόσεων καὶ κιβωτὸς τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, βιβλιοθήκη ζῶσα τῆς ἑλληνικῆς σοφίας καὶ ἐπιστήμης… ἥ τε φιλολογία καὶ ἡ θεολογία ἔλαβον παρὰ τοῦ Φωτίου τὴν ἰσχυρὰν παρώθησιν πρὸς τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν, δι’ ἧς ἐμορφώθη ὁ νεώτερος Ἑλληνισμός»18.

Ἂς προσθέσουμε, τέλος, καὶ τὴν γνώμη τοῦ νεωτέρου μεγάλου Ἁγίου καὶ Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας Νεκταρίου Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ, ὁ ὁποῖος σὲ μικρὴ μελέτη του μὲ τίτλο «Τίνες οἱ λόγοι τῆς μήνιδος τῶν Δυτικῶν κατὰ τοῦ Φωτίου» συμπεραίνει:

«Ἡ στάσις τοῦ Φωτίου καὶ τὰ ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς ὀρθοδοξίας τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας προπύργια τοῦ Φωτίου ἐξησφάλισαν τὴν ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὸ μετὰ ταῦτα, οἱ δὲ κατὰ καιροὺς πρόμαχοι αὐτῆς ἔνθεν ὠχυροῦντο ὄπισθεν τῶν προμαχώνων τούτων, ἑτέρωθεν δὲ ἐλάμβανον τοὺς ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Φωτίου ἀγῶνας ὡς παράδειγμα ἀξιομίμητον. Ἐὰν ἡ Ἀνατολὴ δὲν ὑπετάγη τῇ Δύσει, ὀφείλεται τῷ Φωτίῳ. Διότι ἐὰν ὁ Φώτιος ἐμιμεῖτο τὸν Ἰγνάτιον, δὲν συνεκρότει δὲ τὴν Η’ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, ἅπασα ἡ Ἀνατολὴ θὰ ὑπετάσσετο τῷ Πάπα. Ὁ Φώτιος, οὐ μόνον ἀνέτρεψε τὰ ἐπὶ Ἰγνατίου γενόμενα καὶ ἔστησε τὸ ἑαυτοῦ ὀρθόδοξον ἵδρυμα, ἀλλὰ καὶ τὴν Βουλγαρίαν αὐτὸς ἔσωσε τῆς ἑτεροδοξίας καὶ ἐὰν οἱ Βούλγαροι διέσωσαν τὴν ὀρθὴν πίστιν, ταύτην ὀφείλουσι τῷ Φωτίῳ. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς οἱ Παπικοὶ πνέουσι μένεα κατὰ τοῦ Φωτίου. Ἔχουσι δίκαιον, διότι ἐὰν δὲν ὑπῆρχε Φώτιος, ἀληθῶς δὲν θὰ ὑπῆρχε σχίσμα, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπῆρχε καὶ Ἑλληνισμὸς καὶ ὀρθοδοξία, ἀλλὰ θὰ ὑπῆρχε πνευματικὴ δουλεία καὶ φρόνημα θρησκευτικὸν καὶ ἐθνικὸν πεπλανημένον. Ὁ Φώτιος περιέσωσεν ἀμφότερα καταπολεμήσας τὴν Δυτικὴν ἐπιδρομήν»19.

 

Ἐπίλογος

Ὡς ἐπίλογο ἐπιθυμῶ νὰ κάνω μερικὲς ἐκσυγχρονιστικὲς σκέψεις, ποὺ πρέπει νὰ μᾶς προβληματίσουν ζωηρά. Ὁ Μ. Φώτιος βλέπει τὴν ἑλληνικὴ παιδεία ἀθροιστικὰ καὶ ἀδιαίρετα, ἑνωτικὰ θὰ λέγαμε, κατὰ τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνος, ὅπως διαμορφώθηκε διαχρονικὰ καὶ κατὰ τὴν προχριστιανικὴ καὶ κατὰ τὴν χριστιανικὴ μακροχρόνια περίοδο. Οἱ οὐτοπικὲς διαιρετικὲς ἀπόπειρες τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου καὶ τοῦ Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστοῦ ἀποκρούσθηκαν ἀπὸ τὴν ἑλληνοχριστιανικὴ πλέον συνείδηση καὶ ἀπέτυχαν. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἔβλαψε, ἀλλὰ ὠφέλησε τὸν Ἑλληνισμό· οὐσιαστικὰ τὸν διέσωσε. Αὐτὸ σήμερα τείνει νὰ ἀγνοηθεῖ καὶ νὰ ἐκλείψει· ἰδιαίτερα τὶς τελευταῖες δεκαετίες καταβάλλονται συντονισμένες καὶ σχεδιασμένες προσπάθειες ἀποχριστιανισμοῦ τῆς παιδείας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ μας, ἀπὸ κομματικοὺς κύκλους ἀθέων καὶ ἐκκλησιομάχων, χωρὶς ἀποτελεσματικὴ ἀντίδραση οὔτε ἀπὸ τὰ θεωρούμενα φιλικὰ πρὸς τὴν Ἐκκλησία κόμματα, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπὸ τὴν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ ἀφήσουμε νὰ ἀφανισθοῦν ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἡ Ὀρθοδοξία μέσα στὸ χωνευτήρι τοῦ Δυτικοῦ τοῦ Φραγκολατινικοῦ πολιτισμοῦ;

Ἡ δεύτερη ἐπισήμανση εἶναι ὅτι δυστυχῶς ἀπέναντι σ’ αὐτὴν τὴν πολιτιστικὴ διείσδυση, σ’ αὐτὴν τὴν πολυποίκιλη ἐμφανῆ καὶ ἀφανῆ πίεση ποὺ ἀσκεῖ ἡ Δύση, ἐδῶ καὶ δεκαετίες, δὲν ἔχουν ἐμφανισθῆ ἡγέτες, πολιτικοὶ καὶ ἐκκλησιαστικοί, μὲ συνείδηση ἱστορικῆς εὐθύνης γιὰ τὴν ἀποτροπὴ αὐτοῦ τοῦ κινδύνου. Πολλοὶ μάλιστα ἐργάζονται ἐνισχυτικὰ πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση. Ὁ Μέγας Φώτιος δὲν ἐπεδίωξε νὰ ἐνταχθῆ στὴν Εὐρώπη τῶν Φράγκων καὶ τοῦ πάπα οὔτε πολὺ περισσότερο νὰ ἐπιτρέψει τὴν διείσδυση τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ στὸ χῶρο τῆς Ρωμιοσύνης. Ἀγωνίσθηκε νὰ ἀποτρέψει αὐτὸν τὸν κίνδυνο καὶ τὰ κατάφερε.

Καὶ τελειώνω μὲ μιὰ τρίτη ἐπισήμανση. Οἱ πρόγονοί μας ἐδημιούργησαν τὸν θαυμάσιο πολιτισμὸ τῆς Ρωμιοσύνης τοῦ Βυζαντίου, κορυφαῖο, μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο πολιτισμό. Αὐτὸν τὸν πολιτισμὸ ἐπέλεξαν νὰ ἀσπασθοῦν καὶ νὰ ἀναπτύξουν μὲ τὶς δικές τους σημαντικὲς συμβολὲς οἱ σλαβικοὶ λαοὶ καὶ ἡ Ρουμανία, μὲ συνέπεια, ὅπως διαπιστώνει ὁ Obolensky στὸ ὁμότιτλο ἔργο του, νὰ ὑπάρχει μία «Βυζαντινὴ Κοινοπολιτεία»20 λαῶν καὶ ἐθνῶν μὲ ἑνωτικὸ στοιχεῖο τὸν ἑλληνορθόδοξο πολιτισμό. Δημιουργὸς ἀρχὴ καὶ ρίζα αὐτῆς τῆς ἰσχυρῆς κοινοπολιτείας εἶναι ὁ Φώτιος. Ἐμεῖς ἀντὶ νὰ ἐνισχύσουμε τοὺς δεσμούς μας μὲ αὐτοὺς τοὺς ὁμοδόξους λαούς, ἔχουμε δυστυχῶς στραμμένα τὰ μάτια μας πρὸς τὴν Δύση, πρὸς τὸν πάπα καὶ πρὸς τοὺς Φράγκους, οἱ ὁποῖοι διαχρονικὰ μᾶς ἀποδέχονται μόνον ἂν φραγκέψουμε. Παλαιότερα εἶχα γράψει ἕνα βιβλίο μὲ τίτλο «Φραγκέψαμε»21. Φίλος Ἁγιορείτης μοναχὸς μὲ συνεβούλευσε ὅτι ἴσως καλύτερα θὰ ἦταν ὁ τίτλος νὰ εἶχε καὶ ἐρωτηματικό, ὥστε νὰ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχουν ὅλα φραγκέψει, κάτι ἔχει ἀπομείνει. Σήμερα πιστεύω μὲ τὴν ταχύτατη πορεία τῶν πολιτιστικῶν καταστροφικῶν διεργασιῶν ὅτι δὲν χρειάζεται ἐρωτηματικό, ὅτι ὄχι μόνο ἡ παιδεία μας, ἀλλὰ καὶ ἡ θεολογία καὶ ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὸ κίνημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὸν ἄκριτο φιλοπαπισμό, μὲ τὰ πρωτοφανῆ ἀντικανονικὰ καὶ ἀνορθόδοξα ἀνοίγματα πρὸς τὸ Βατικανὸ καὶ πρὸς τὸ προτεσταντικὸ Παγκόσμιο Συμβοὺλιο Ἐκκλησιῶν, ἔχουν δυστυχῶς φραγκέψει. Πολιτιστικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ ἀποδεικνυόμαστε ἀνάξιοι κληρονόμοι τοῦ Μεγάλου Φωτίου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καὶ τοῦ συνόλου τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ Διδασκάλων.

 

 

 

 

____________________________________

1. Πρακτικὰ ΙΕ’ Θεολογικοῦ Συνεδρίου «Μέγας Φώτιος», Ιερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1995.

2. Θεσσαλονίκη 1994.

3. Αὐτόθι, σελ. 27-28. Ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρων ἑόρτιος τόμος γιὰ τὰ 1100 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Φωτίου ἑτοιμάσθηκε ἀπὸ τὸν μητροπολίτη πρῲην Θυατείρων Μεθόδιο Φούγια ὡς 10ος τόμος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς καὶ Θεολογικῆς Ἐπετηρίδος ποὺ ἐκδίδει μὲ τίτλο «Ἐκκλησία καὶ Θεολογία», μὲ ἐξαιρετικὲς ἐπιστημονικὲς συμβολές· Ἐκκλησία καὶ Θεολογία 10 (1989-1991). Στὸν ἴδιο τόμο ὑπάρχει ἐξαντλητικὴ και ἄριστη βιβλιογραφία γιὰ τὸν Μέγα Φώτιο παρατιθέμενη χρονολογικά, τὴν ὁποία ἑτοίμασε ἀξιεπαίνως ὁ πρωτοπρεσβύτερος - καθηγητὴς π. Γεώργιος Δράγας (1561-1990): Protopresbyter Dr George Dragas, “Towards a complete Bibliographia Photiana in chronological progression, with an Index to autors”, σελ. 531-669.

4. Β. Τατάκη, «Φώτιος ὁ μεγάλος ἀνθρωπιστής», στοῦ ἰδίου Μελετήματα Χριστιανικῆς Φιλοσοφίας, Ἀθῆναι 1967, ἐκδ. οἶκος «Ἀστήρ», σελ. 105: «Ὁ κύριος τόνος ποὺ χαρακτηρίζει τη σοφία του δὲν παύει νὰ εἶναι ὁ φιλολογικός. Εἶναι ἕνας μεγάλος, πολὺ μεγάλος λόγιος».

5. Γιὰ τὸ διδακτικὸ ἔργο τοῦ Φωτίου βλ. Π. Χρήστου, «Τὸ διδακτικὸ ἔργο τοῦ Ἱεροῦ Φωτίου», εἰς Πρακτικὰ ΙΕ’ Θεολογικοῦ Συνεδρίου, Ἱ. Μ. Θεσσαλονίκης, ἔνθ. ἀνωτ., σσ. 537-556.

6. Τῷ τὰ πάντα ἁγιωτάτῳ ἀδελφῷ καὶ συλλειτουργῷ Νικολάῳ, Πάπα τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης: «Τοιοῦτος γὰρ χορὸς τῆς ἐμῆς οἰκίας ἦν ὁ χορός. Ἐξιόντι δὲ πάλιν πρὸς τὴν βασίλειον πολλάκις αὐλὴν αἱ προπεμπτήριοι τῶν εὐχῶν καὶ τοῦ μὴ βραδύνειν ἡ προτροπή· ἦν γὰρ μοι καὶ τοῦτο γέρας ἀφωσιωμένων ἐξαίρετον, τὸ μέτρον ἔχειν τὴν βούλησιν τῆς ἐν τοῖς βασιλείοις διατριβῆς. Ἐπανιόντι δὲ πάλιν πρὸ πυλῶν ἱστάμενος ὁ σοφὸς ἐκεῖνος ὑπήντα χορός». Εἰς Ἰ. Βαλέτα, Φωτίου τοῦ σοφωτάτου καὶ ἁγιωτάτου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἐπιστολαί, Λονδῖνον 1864, σσ. 146-165. Νεώτερη ἔκδοση B. Laourdas - L. G. Westering, Photii Patriarchae Constantinopolitani Epistulae et Amphilochia, I. Epistularum pars prima, Teubner· Leipzig 1983, Ἐπιστολὴ 290, σελ. 50 ἑἑ.

7. Σχετικὰ μὲ τὸ Λεξικὸ βλ. L. Politis, «Die Handschriftensammlung des Klosters Zaborda und die neuaufgefundene Photios Handschrift», Philologus 105 (1961) 136-144. Κ. Τσαντσάνογλου, «Τὸ Λεξικὸ τοῦ Φωτίου. Χρονολόγηση, χειρόγραφη παράδοση», Ἑλληνικὰ 17 (1967), παράρτημα 17. Chr. Theodoridis, Photii Patriarchae Lexicon, I: Α-Δ, De Gruyter, Berlin 1982.

8. Βλ. ὑποσημείωση 4 τῆς παρούσης.

9. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, «Ἦταν ὁ Μέγας Φώτιος ἀνθρωπιστής;», Θεοδρομία 9 (2007) 10-27.

10. Ἡ πολυσήμαντη αὐτὴ Ἐγκύκλιος Ἐπιστολὴ τοῦ Μεγάλου Φωτίου «Πρὸς τοὺς τῆς Ἀνατολῆς ἀρχιερατικοὺς θρόνους» ἐδημοσιεύθη πολλάκις. Βλ. τὸ κείμενο εἰς PG 102, 721-741 καὶ εἰς Ἰ. Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος 1, Ἀθῆναι 1960, σελ. 321-330.

11. Βίος Ἰγνατίου PG 105, 509.

12. August 16th, 879, Mansi XVII, 396-408.

13. Λόγος εἰς τὸν βίον Ἰωσήφ τοῦ Ὑμνογράφου, PG 105, 968-969.

14. Robertus Greygthon, Vera Historia unionis non verae inter Graecos et Latinos, sive Concilii Florentini exactissima Narratio Graece scripta per Sylvestrum Sgyropoulum, Hage - Comitis, MPCLX, σελ. 34, Praefatio.

15. Βλ. τὸ παράθεμα εἰς Στ. Σάκκου, «Τὸ φῶς ἑνὸς σοφοῦ», εἰς ἑόρτιο τόμο «Ἐκκλησία καὶ Θεολογία», ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 506, ὑποσημ. 1.

16. Ὀρθοδοξία 30 (1956) 37-68.

17. Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τόμ. 4, σ. 611.

18. Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς δράσεως τοῦ Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἐν Ἀθήναις 1912, σελ. 39.

19. Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, «Τίνες οἱ λόγοι τῆς μήνιδος τῶν Δυτικῶν κατὰ τοῦ Φωτίου», Θεοδρομία 3 (2001) τεῦχος 2, Ἀπρ. - Μάϊος, σελ. 29-32.

20. Dimitri Obolensky, Ἡ Βυζαντινὴ Κοινοπολιτεία, τόμοι α’ καὶ β’, ἐκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991.

21. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Φραγκέψαμε. Ἡ εὐρωπαϊκή μας αἰχμαλωσία, Θεσσαλονίκη 1994.

 

Περιοδικὸ Θεοδρομία,

Ἔτος ΙΕ' - Τεῦχος 2
Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2013

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Νήψη και φύλαξη της καρδιάς ~ Όσιος Νικηφόρος ο Μονάζων


Όσιος Νικηφόρος ο Μονάζων 
Νήψη και φύλαξη της καρδιάς
Τόμος Δ' Φιλοκαλία
«Φως μεν μοναχοίς άγγελοι, φως δε κοσμικοίς μοναχική πολιτεία». 
«Οι ΄Αγγελοι είναι το φως των Μοναχών και οι Μοναχοί είναι το φως των κοσμικών». 
~ Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
Όσοι επιθυμείτε σφοδρά ν' αξιωθείτε τη μεγαλόπρεπη θεϊκή φωτοφάνεια του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού· όσοι θέλετε να δεχθείτε με αίσθηση μέσα στην καρδιά σας το υπερουράνιο πυρ· όσοι σπεύδετε να επιτύχετε τη συμφιλίωση σας με το Θεό, να τη ζήσετε και να την αισθανθείτε· όσοι απορρίψατε όλα τα πράγματα του κόσμου, για να βρείτε και να αποκτήσετε το θησαυρό που είναι κρυμμένος στον αγρό των καρδιών σας·

όσοι θέλετε ν' ανάψουν ολόλαμπρες οι λαμπάδες των ψυχών σας από αυτόν τον κόσμο κι έτσι απαρνηθήκατε όλα τα παρόντα· όσοι θέλετε να γνωρίσετε και ν' αποκτήσετε με πείρα τη βασιλεία των ουρανών που είναι μέσα σας, ελάτε να σας εκθέσω την επιστήμη, ή μάλλον τη μέθοδο, της αιώνιας, ή καλύτερα της ουράνιας ζωής.
Η επιστήμη αυτή εισάγει χωρίς κόπο και ιδρώτα τον εργάτη της στο λιμάνι της απάθειας, και δε διατρέχει κανένα κίνδυνο ταραχής ή πλάνης από τους δαίμονες. Τέτοιος φόβος υπάρχει τότε μόνον, όταν λόγω παρακοής ζούμε έξω και μακριά από τη ζωή που σας προτείνω, όπως παλιά ο Αδάμ, που αψήφησε εντελώς την εντολή του Θεού, έπιασε φιλία με το φίδι θεωρώντας το αξιόπιστο, κι έτσι έφαγε κατά κόρον από τον καρπό της απάτης κι έριξε αξιοθρήνητα τον εαυτό του κι όλους τους απογόνους του στον πυθμένα του θανάτου, του σκότους και της διαφθοράς.
Επιστρέψετε λοιπόν· ή μάλλον, για να πούμε το πιο αληθινό, ας επανέλθομε, αδελφοί, στους εαυτούς μας, ας αποστραφούμε μια για πάντα τη συμβουλή του φιδιού και την περιφορά μας στα χαμαίζηλα. Γιατί δεν είναι δυνατό να επιτύχουμε με άλλο τρόπο τη συμφιλίωση και την οικείωσή μας με το Θεό, αν πρώτα δεν επανέλθομε, ή καλύτερα δεν εισέλθουμε στους εαυτούς μας, όσο εξαρτάται από μας.
Γιατί θα είναι παράδοξο, ενώ αποχωρίσαμε τους εαυτούς μας από την περιφορά του κόσμου και τις μάταιες μέριμνες, να τον εμποδίζουμε ασυγχώρητα από τη βασιλεία των ουρανών που είναι μέσα μας. Γι' αυτό και η αγία μοναχική ζωή έχει ονομαστεί τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών, επειδή δεν μας προξενεί όσα αυτές οι φθαρτές τέχνες και επιστήμες, ώστε να στρέφουμε και προς αυτές το νου μας και να τον κατα-καλύπτουμε μ' αυτές παίρνοντάς τον από τα ανώτερα, αλλά μας υπόσχεται παράδοξα και απόρρητα αγαθά, τα οποία μάτια δεν είδαν κι αυτιά δεν τ' άκουσαν και άνθρωπος δεν τα διανοήθηκε.

Ως εκ τούτου, δεν έχομε να παλέψουμε μέ όντα από σάρκα και αίμα, αλλά με τις δαιμονικές δυνάμεις, με τους κοσμοκράτορες του σκοτεινού αυτού αιώνα. Αν λοιπόν ο παρών αιώνας είναι σκότος, ας φύγομε απ' αυτόν, απομακρύνοντας από αυτόν και τα νοήματά μας· τίποτε κοινό μεταξύ ημών και του εχθρού του Θεού. Γιατί εκείνος που θα θελήσει να φιλιώσει με αυτόν, γίνεται εχθρός του Θεού. Κι εκείνον που έγινε εχθρός του Θεού, ποιος μπορεί να τον βοηθήσει;
Γι' αυτό ας μιμηθούμε τους πατέρες μας, και ας αναζητήσομε το θησαυρό που είναι μέσα στις καρδιές μας, όπως εκείνοι. Και αφού τον βρούμε, ας τον κρατήσουμε με πολύ μεγάλη δύναμη, εργαζόμενοι συγχρόνως και φυλάγοντάς τον, αφού σ' αυτό έχομε ταχθεί απ' την αρχή.
Κι αν παρουσιαστεί κανείς να φέρνει αντιρρήσεις σ' αυτά και να λέει: «Πώς μπορεί κανείς να εισέλθει στην καρδιά του κι εκεί να εργάζεται ή να μένει;», όμοια με το Νικόδημο που είπε κάποτε στον Σωτήρα: «Πώς μπορεί κανείς να μπει για δεύτερη φορά στην κοιλιά της μητέρας του και να γεννηθεί ενώ είναι γέρος;», θ' ακούσει και αυτός: «Το Πνεύμα πνέει όπου θέλει». 
Αν λοιπόν αμφιβάλλομε και δυσπιστούμε έτσι στα έργα της πρακτικής, πώς θα έρθουν σ' εμάς τα έργα της θεωρίας; Γιατί η πρακτική είναι που ανεβάζει στη θεωρία. Αλλ' επειδή χωρίς αποδείξεις από τις Γραφές είναι αδύνατο να βεβαιωθεί εκείνος που έτσι αμφιβάλλει, θα εντάξουμε σ' αυτό το λόγο, για την ωφέλεια των πολλών, αποσπάσματα από τους βίους και τους λόγους των Αγίων, ώστε να βεβαιωθεί από αυτούς και ν' αποβάλει κάθε αμφιβολία.
Από το βίο του αββά Αγάθωνος:
Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Αγάθωνα: «Πες μου Αββά, ποιο είναι μεγαλύτερο, o σωματικός κόπος, ή η φύλαξη του εσωτερικού ανθρώπου;» Κι αυτός αποκρίθηκε: «Ο άνθρωπος μοιάζει με δένδρο. Ο σωματικός κόπος λοιπόν είναι τα φύλλα, ενώ η φύλαξη του εσωτερικού είναι ο καρπός. Επειδή λοιπόν, σύμφωνα με τη Γραφή, όποιο δένδρο δεν κάνει καλό καρπό το κόβουν και το ρίχνουν στη φωτιά, είναι φανερό ότι όλη η επιμέλειά μας, δηλαδή η φύλαξη του νου, αποβλέπει στους καρπούς. Χρειάζεται όμως και το σκέπασμα και ο στολισμός των φύλλων, τα οποία είναι ο σωματικός κόπος».
Είναι αξιοθαύμαστο, πώς αποφάνθηκε ο Άγιος αυτός για όλους όσους δεν έχουν φύλαξη του νου, αλλά καυχώνται μόνο για την πρακτική άσκηση, με το να πει ότι κάθε δένδρο που δεν κάνει καρπό, δηλαδή φύλαξη του νου, κι έχει μόνο φύλλα, δηλαδή την πράξη, κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά. Τρομακτική, πάτερ, η απόφανσή σου!... 
Του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος:
Ησυχαστής είναι εκείνος που αγωνίζεται να περιορίσει τον ασώματο νου σε σωματικό οίκο, δηλαδή μέσα στην καρδιά, πράγμα παράδοξο. Ησυχαστής είναι εκείνος που είπε: «Εγώ κοιμάμαι, μα η καρδιά μου αγρυπνεί»... 
Του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου:
Αφ' ότου έκανε τον άνθρωπο να εξοριστεί εξαιτίας της παρακοής του από τον Παράδεισο και το Θεό, ο διάβολος με τους δαίμονες έχει τη δυνατότητα να σαλεύει νοητά το λογιστικό κάθε ανθρώπου ημέρα και νύχτα· άλλου πολύ, άλλου λίγο και άλλου περισσότερο. Και το λογιστικό δεν είναι δυνατό να οχυρωθεί διαφορετικά, παρά με την ακατάπαυστη μνήμη του Θεού. Αν δηλαδή με τη δύναμη του σταυρού εντυπωθεί στην καρδιά η θεία μνήμη, θα το στερεώσει και θα το κάνει ακλόνητο.

Σ' αυτό το σκοπό οδηγεί ο νοητός αγώνας, στον οποίο κάθε χριστιανός αποδόθηκε να αγωνιστεί μέσα στο στάδιο της πίστεως του Χριστού· αλλιώς θ' αγωνιστεί μάταια. Εξαιτίας αυτού του αγώνα γίνεται όλη η ποικιλότροπη άσκηση καθενός που κακοπαθεί για το Θεό, κι αυτό για να κάμψει τα σπλάχνα του Αγαθού και να του δώσει πάλι τό αρχικό αξίωμα και να σφραγιστεί στο λογιστικό του ο Χριστός, καθώς λέει ο Απόστολος: «Παιδάκια μου, για σας περνώ πάλι τους πόνους του τοκετού, ώσπου να εντυπωθεί μέσα σας ο Χριστός».
Είδατε, αδελφοί, ότι υπάρχει τέχνη πνευματική, δηλαδή μέθοδος, η οποία γρήγορα ανεβάζει αυτόν, που την ασκεί, στην απάθεια και στη θεοπτία; Βεβαιωθήκατε τώρα ότι όλη η πρακτική άσκηση θεωρείται από το Θεό, όπως τα φύλλα στο δένδρο που δεν έχει καρπό; Και ότι θα πάει χαμένη σε κάθε ψυχή που δεν έχει φύλαξη του νου; Ας σπεύσουμε λοιπόν, για να μην πεθάνουμε άκαρποι και μετανοήσουμε ανώφελα.
Ερώτηση: Από αυτό το σύγγραμμα μαθαίνομε ποια ήταν η πρακτική εκείνων που ευαρέστησαν τον Κύριο και ότι υπάρχει κάποια εργασία πνευματική, η οποία ελευθερώνει γρήγορα την ψυχή από τα πάθη και την συνδέει με την αγάπη του Θεού, η οποία είναι υποχρεωτική σε καθέναν που έγινε στρατιώτης του Χριστού· σ' αυτά δεν αμφιβάλλομε, αλλά έχομε πεισθεί τελείως. Παρακαλούμε όμως να μάθομε τι είναι προσοχή και με ποιον τρόπο αξιώνεται κανείς να την επιτύχει. Γιατί είμαστε ολότελα αμύητοι σ' αυτό το πράγμα.
Απόκριση: Στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού που είπε: «Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε», κι αφού Τον επικαλεστώ ως βοηθό και συνεργό, θα προσπαθήσω κατά τη δύναμή μου να σας παρουσιάσω τι είναι προσοχή και πώς αυτή, Θεού θέλοντος, μπορεί να κατορθωθεί.

Η προσοχή, είπαν μερικοί Άγιοι, είναι φύλαξη του νου· άλλοι, φύλαξη της καρδιάς· άλλοι την είπαν νήψη, άλλοι νοερή ησυχία και άλλοι αλλιώς. Όλα αυτά σημαίνουν ένα και τό αυτό. Όπως όταν πει κανείς ψωμί, κομμάτι και μπουκιά, έτσι σκέψου και γι' αυτά. Μάθε τώρα με ακρίβεια τι είναι προσοχή και ποια είναι τα ιδιώματά της. 

Η προσοχή είναι γνώρισμα της αληθινής μετάνοιας. Η προσοχή είναι ανόρθωση της ψυχής, μίσος του κόσμου και επιστροφή της στο Θεό. Η προσοχή είναι αποδοκιμασία της αμαρτίας και επαναφορά της αρετής. Η προσοχή είναι ανεπιφύλακτη βεβαιότητα για τη συγχώρηση των αμαρτιών μας. Η προσοχή είναι η αρχή της θεωρίας, ή μάλλον η βάση της θεωρίας, γιατί μέσω αυτής ο Θεός συγκαταβαίνει κι εμφανίζεται στο νου. 
Η προσοχή είναι αταραξία του νου, ή μάλλον ακινησία της ψυχής, που της δόθηκε ως βραβείο από το έλεος του Θεού. Η προσοχή είναι κατάργηση των λογισμών, ανάκτορο της μνήμης του Θεού, θησαυροφυλάκιο της υπομονής των επερχομένων δοκιμασιών. Η προσοχή είναι αιτία της πίστεως, της ελπίδας και της αγάπης. Γιατί αν κανείς δεν πιστέψει, δε θα δεχτεί τα επερχόμενα λυπηρά· κι αν δεν τα δεχτεί με χαρά, δε θα πει στον Κύριο: «Είσαι βοηθός μου και καταφύγιο μου»· κι αν δεν έχει καταφύγιό του τον Ύψιστο, δε θα ενστερνιστεί την αγάπη Του.

Αυτό λοιπόν το μέγιστο των μεγίστων κατόρθωμα, οι περισσότεροι, ή και όλοι, το αποκτούν κυρίως με τη διδασκαλία. Γιατί σπανίζουν εκείνοι που χωρίς διδαχή άλλου, με την ένταση της εργασίας τους και τη θέρμη της πίστεως, το έλαβαν από το Θεό· μα το σπάνιο δεν είναι νόμος. Γι' αυτό πρέπει ν' αναζητήσομε οδηγό που δε θα πέφτει σε πλάνη, ώστε με την καθοδήγησή του να διδασκόμαστε και να διορθωνόμαστε στις δεξιές και τις αριστερές μεταπτώσεις της προσοχής, εννοώ τις ελλείψεις και τις υπερβολές που εισάγει ο πονηρός· να μας τις φανερώνει σύμφωνα με όσα έπαθε και δοκιμάστηκε ο ίδιος, και να μας υποδεικνύει τη νοητή αυτή οδό ώστε να μη μας μένει αμφιβολία, κι έτσι να την βαδίζομε με ευκολία.

Αν δεν έχεις οδηγό, πρέπει να τον αναζητάς με επιμονή. Αν όμως δε βρίσκεις, τότε αφού επικαλεστείς το Θεό και Τον ικετεύσεις με συντριβή πνεύματος και δάκρυα και ακτημοσύνη, κάνε αυτό που θα σου πω. Γνωρίζεις ότι αυτό που αναπνέουμε είναι ο κοινός αέρας, και τον εκπνέουμε όχι για άλλο τίποτε, παρά για την καρδιά, γιατί αυτή είναι η αιτία της ζωής και της θερμότητας του σώματος. 
Η καρδιά, δηλαδή, φέρνει προς τον εαυτό της τον αέρα της αναπνοής ως ένα μέσο που θα μεταφέρει έξω, με την εκπνοή, μέρος της θερμότητάς της, ώστε η ίδια να διατηρεί τη σωστή θερμοκρασία. Αίτιος, ή μάλλον υπηρέτης αυτής της λειτουργίας είναι ο πνεύμονας, που τον έκανε ο Δημιουργός με αραιή δομή ώστε σαν ένα φυσερό να εισάγει και να εξάγει χωρίς δυσκολία τον αέρα. Έτσι η καρδιά με την αναπνοή ψύχεται, αποβάλλοντας θερμότητα, και επιτελεί απαράβατα αυτή τη λειτουργία, στην οποία έχει οριστεί για τη διατήρηση της ζωής.
Εσύ, λοιπόν, αφού καθίσεις και συγκεντρώσεις το νου σου, πέρασέ τον στην αναπνευστική οδό που αρχίζει από τη μύτη και οδηγεί τον αέρα στην καρδιά· και ώθησε το νου σου κι ανάγκασέ τον να κατεβεί μαζί με τον εισπνεόμενο αέρα στην καρδιά. Κι όταν εισέλθει εκεί, τα μετέπειτα δεν θα είναι πλέον χωρίς ευφροσύνη και χαρά. 
Όπως δηλαδή ένας άνδρας που είχε απουσιάσει μακριά από το σπίτι του, όταν επιστρέψει, δεν ξέρει τι κάνει απ' τη χαρά του που αξιώθηκε να συναντήσει τα παιδιά του και τη γυναίκα του, έτσι και ο νους όταν ενωθεί με την ψυχή, γεμίζει από ανείπωτη ηδονή και ευφροσύνη. Λοιπόν, αδελφέ, συνήθισε το νου σου να μη βγαίνει γρήγορα από εκεί. 
Στην αρχή στενοχωρείται πάρα πολύ από το εκεί κλείσιμο και τον περιορισμό· όταν όμως συνηθίσει, δεν ανέχεται πια να περιφέρεται έξω. Γιατί η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα μας, και καθώς ο νους την παρατηρεί εκεί και με την καθαρή προσευχή την επιδιώκει, νομίζει βδελυρά και μισητά όλα τα έξω.


Αν λοιπόν με την πρώτη προσπάθεια εισέλθεις με το νου σου στον καρδιακό τόπο που σου υπέδειξα, ευχαρίστησε και δόξασε το Θεό, και σκίρτησε και εξακολούθησε αυτή την εργασία για πάντα. Αυτή είναι που θα σε διδάξει εκείνα που δε γνωρίζεις. Πρέπει ακόμη να μάθεις και τούτο· όταν ο νους σου βρίσκεται εκεί, να μη σιωπά και να μην κάθεται αργός, αλλά να έχει ως έργο και ακατάπαυστη μελέτη του το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», και να μην το σταματά ποτέ. Γιατί αυτό διατηρεί το νου συγκεντρωμένο, τον αναδεικνύει ανίκητο και απρόσβλητο κατά τις επιθέσεις του εχθρού και του αυξάνει καθημερινά την αγάπη και τον πόθο του Θεού.
Αν πάλι, αδελφέ, παρά τις εντατικές σου προσπάθειες, δεν μπορείς να εισέλθεις στην περιοχή της καρδίας καθώς σου περιέγραψα, κάνε αυτό που σου λέω τώρα, και με τη βοήθεια του Θεού θα βρεις ό,τι ζητάς. Γνωρίζεις ότι το λογιστικό μέρος της ψυχής κάθε ανθρώπου βρίσκεται στο στήθος. Εκεί, μέσα στο στήθος, και όταν σωπαίνουν τα χείλη, μιλάμε και σκεπτόμαστε και συνθέτουμε προσευχές και ψαλμούς και άλλα. 
Αφαίρεσε λοιπόν από το λογιστικό κάθε λογισμό —μπορείς, αν θέλεις—, και δώσε σ' αυτό το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Και ανάγκασέ το να φωνάζει εσωτερικά πάντοτε αυτό αντί οποιαδήποτε άλλη έννοια. Αν αυτό το τηρήσεις γι' αρκετό καιρό, αναμφίβολα θα σου ανοιχτεί μέσω αυτού και η καρδιακή είσοδος, όπως έχομε γράψει και όπως κι εμείς από την πείρα έχουμε μάθει. 
Κι ακόμη, θα έρθει σε σένα, μαζί με την πολυπόθητη και τερπνή προσοχή, κι όλη η χορεία των αρετών, αγάπη, χαρά, ειρήνη κλπ., που θα ικανοποιήσουν όλα τα αιτήματά σου με τη χάρη του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας. Σ' Αυτόν, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, ανήκει η δόξα, η εξουσία, η τιμή και η προσκύνηση, και τώρα και πάντοτε και σ' όλους τους αιώνες. Αμήν.
Του αββά Ισαάκ του Σύρου:
Αγωνίσου να εισέλθεις στο θάλαμο που βρίσκεται μέσα σου, και θα δεις τον ουράνιο θάλαμο. Γιατί και τούτος κι εκείνος είναι ένας, και από μία είσοδο τους βλέπεις και τους δύο. Η σκάλα της βασιλείας εκείνης είναι κρυμμένη μέσα σου, δηλαδή μέσα στην ψυχή σου. Καθάρισε λοιπόν τον εαυτό σου από την αμαρτία και θα βρεις εκεί σκαλοπάτια, με τα οποία θα μπορέσεις να ανεβαίνεις.
Του αγίου Ιωάννη Καρπαθίου:
Έχομε ανάγκη από μεγάλο αγώνα και κόπο στις προσευχές, για να βρούμε την απαλλαγμένη από κάθε ενόχληση κατάσταση της διάνοιας, σαν έναν άλλον ουρανό μέσα στην καρδιά μας όπου κατοικεί ο Χριστός, όπως λέει ο Απόστολος: «Μήπως δε γνωρίζετε ότι ο Χριστός κατοικεί μέσα σας;»
Όσιος Νικηφόρος ο Μονάζων
Νήψη και φύλαξη της καρδιάς 
Τόμος Δ' Φιλοκαλία

Τριάκοντα αργύρια. Τόση δε είναι η τιμή όχι του προδιδομένου, αλλά του προδίδοντος...


"Λόγος ΚΣΤ': Εις εαυτόν, εις τον λαόν και εις τους ποιμένας".
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Θα με εμποδίσουν από τα θυσιαστήρια; Αλλά γνωρίζω και άλλο θυσιαστήριον, του οποίου τύποι είναι τα τώρα βλεπόμενα.

Θυσιαστήριον εις το οποίον δεν ήγγισε λαξευτήριον ούτε χειρ ούτε ηκούσθη σίδηρος ή κάτι άλλο των τεχνικών και διακοσμητών, αλλ' είναι ολόκληρον έργον του νου και η ανάβασις εις αυτό γίνεται δια θεωρίας. 

Εις αυτό θα παραστώ, εις αυτό θα θυσιάσω ευπρόσδεκτα θύματα, θυσίαν και προσφοράν και ολοκαυτώματα, ανώτερα των προσφερομένων τώρα, όσον ανωτέρα είναι η αλήθεια της σκιάς. 

Περί αυτού νομίζω ότι φιλοσοφεί και ο μέγας Δαυίδ λέγων, «και θα εισέλθω προς το θυσιαστήριον του Θεού, του ευφραίνοντος την πνευματικήν μου νεότητα». 

Από αυτό το θυσιαστήριον δεν θα με απομακρύνη όποιος το θέλει. 

Θα με απελάσουν από την πόλιν; Αλλ' όχι και από την ευρισκομένην εις τους ουρανούς. 

Ας καταφέρουν τούτο όσοι με πολεμούν! Και πράγματι το επεχείρησαν, αλλ' έως ότου δεν δύνανται να το επιτύχουν, μας ρίπτουν ρανίδες ύδατος ή μας κτυπούν με αύρας ή παίζουν με όνειρα· ούτω βλέπω εγώ τον πόλεμον αυτών.

Θα μου πάρουν τα αγαθά; Ποια; Αν πρόκειται περί των ιδικών μου, ας μου περικόψουν και τας πτέρυγας, τας οποίας δεν έχω περιβληθή. 

Αν δε πρόκειται περί των της Εκκλησίας, τούτο είναι το αντικείμενον περί του οποίου γίνεται όλος ο πόλεμος· αυτά είναι δια τα οποία ο κλέπτης ζηλοφθονεί το ταμείον και προδίδει τον Θεόν. Δια τριάκοντα αργύρια, το χειρότερον όλων. 

Τόση δε είναι η τιμή όχι του προδιδομένου, αλλά του προδίδοντος...

"Εις εαυτόν, εις τον λαόν και εις τους ποιμένας".
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Λόγος ΚΣΤ', παράγραφος 16

Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ...


δοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθής, ἵνα μῄ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς, ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς.
Και οι είκοσι ήταν παρθένες. Ήταν ψυχές της πίστεως, της άσκησης, φύλαγαν όλες τις εντολές. Δεν ήταν δέκα αμαρτωλές και δέκα δίκαιες. Ήσαν όλες πιστές γυναίκες. Γιατί τότε οι μισές μείναν απέξω; 
Αυτές που μείναν απέξω δεν είχαν έλεος, αγάπη, ευσπλαχνία, ελεημοσύνη πνευματική για τη σωτηρία του πλησίον, πόθο για να ενωθούν με τον Χριστό. Είχαν αυτοδικαίωση μέσα τους για τα έργα τους. 
Ήταν σίγουρες ότι θα σωθούν. Δεν είχαν πένθος για τις αμαρτίες τους. Θεωρούσαν ότι είναι δίκαιες, σωστές. Ενώ ήταν τυπολάτρισσες. Εκπλήρωναν το νόμο μα έχαναν το πνεύμα, τη χάρη... 
Η ανθρωπαρέσκειά τους, ξόδεψε όλο το λάδι, που είχαν συγκεντρώσει στην επίγεια ζωή τους. Και μείναν άδεια τα αγγεία των ψυχών τους. Το έλεός τους δεν ήταν πλούσιο, δεν προερχόταν από το ξεχείλισμα της ψυχής τους, από αγάπη για το Θεό και τον αδερφό. 
Τα έργα και οι αρετές τους ήταν μόνο τόσα, όσα χρειάζονταν για να παίρνουν την τιμή και την δόξα των ανθρώπων τριγύρω τους. Για να φαίνονται καλές και ηθικές. Μέχρι εκεί... 
Λέει το ευαγγέλιο ότι ήσαν μωρές αυτές, ασύνετες, δίχως σωφροσύνη, άμυαλες, δίχως αγάπη και αλήθεια. Γεμάτες υποκρισία. 
Μα οι άλλες, εκείνες που μπήκαν μέσα στον νυμφώνα, ήταν οι αληθινά "μωρές". Είχαν εγκαταλείψει την αγάπη και την ανθρωπαρέσκεια του κόσμου για την αληθινή, την γνήσια μωρία του Σταυρού. 
Είχαν προλάβει να πεθάνουν ως προς τα πάθη, πριν συναντήσουν τον σωματικό θάνατο. Δεν είχαν θέλημα, έξω από το θέλημα του Πατρός. 
Κι αυτό τις έκανε να κάνουν πράγματα, που για τον κόσμο έμοιαζαν τρελά, μωρά, ανόητα. Αυτή η ζωηφόρα νέκρωση τις έκανε να βάζουν τον εαυτό τους σε όλα τελευταίο. 
Να θυσιάζονται, να μένουν πίσω, να υπομένουν βάσανα, δοκιμασίες, ονειδισμούς, να στερούνται για τον κάθε πλησίον, για τον κάθε αδερφό. 
Αυτή η ζωηφόρα νέκρωση τις έκανε να ποθούν να ζήσουν αληθινά, να βιάζονται για το καλό, να ζουν για να προλάβουν να συμπαρασταθούν στον πόνο του άλλου, 
να επιθυμούν μοναχά το να τρέξουν, για να διακονήσουν, για να στηρίξουν, για να ανορθώσουν τις ψυχές τριγύρω τους, για να τους οδηγήσουν στην αλήθεια του Χριστού. 
Ω ναι... Ήταν αληθινά μωρές, αυτές που μπήκαν στον νυμφώνα του Χριστού. Έτοιμες από πάντα, σαν έτοιμες από καιρό... 
Κι ήρθε ο Νυμφίος, λέει, μες τη νύχτα να παραλάβει τις ψυχές τους: Ελάτε! Φτάνει όσο κλάψατε με τους κλαίοντες. Φτάνει όσο πενθήσατε με τους πονεμένους. Φτάνει όσο κουραστήκατε για να ξεκουράσετε και να ξεδιψάσετε ψυχές με το ύδωρ το δικό Μου. 
Εισέλθετε τώρα στη χαρά του Κυρίου σας. 
Και σεις οι άλλες φύγετε! Δεν σας αναγνωρίζω! Δεν εργαστήκατε για μένα ποτέ. Ήσασταν εργάτριες και δούλες της αμετανοησίας σας. 
Τις πύλες του Πατρός ανοίγουν μόνο οι ψυχές οι συντετριμμένες και οι τεταπεινωμένες. Αυτές κρατούνε το κλειδί στα χέρια τους για τον Αιώνιο Παράδεισο... 
Αυτέ που μαρτύρησαν για να αρνηθούν το θέλημά τους, για να νικήσουν το εγώ τους, αυτές θα απολαύσουν την τρυφή των Αιωνίων και Αφράστων αγαθών... 
Τὴν ὥραν ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα, καὶ τὴν ἐκκοπήν, τῆς συκῆς δειλιάσασα, τὸ δοθέν σοι τάλαντον, φιλοπόνως ἔργασαι ταλαίπωρε, γρηγοροῦσα καὶ κράζουσα· Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ. 

Τὶ ῥαθυμεῖς ἀθλία ψυχή μου; Τί φαντάζῃ ἀκαίρως μερίμνας ἀφελεῖς; Τί ἀσχολεῖς πρὸς τὰ ῥέοντα; ἐσχάτη ὥρα ἐστὶν ἀπ΄ ἄρτι, καὶ χωρίζεσθαι μέλλομεν τῶν ἐνταῦθα, ἕως καιρὸν κεκτημένη, ἀνάνηψον κράζουσα· 

Ἡμάρτηκά σοι Σωτήρ μου, μὴ ἐκκόψῃς με, ὥσπερ τὴν ἄκαρπον συκῆν, ἀλλ' ὡς εὔσπλαγχνος Χριστέ, κατοικτείρησον, φόβῳ κραυγάζουσαν· Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ.
Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ.

Παπαποστόλου Λαμπρινή για Λόγος Φωτός

«Η είσοδος στον κόσμο της χάριτος είναι ανοιχτή στον καθένα». ~ Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος


«Η είσοδος στον κόσμο της χάριτος είναι
 ανοιχτή στον καθένα».
Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος


Ένα μικρό απόσπασμα από το κείμενο με τίτλο:
«Ο άνθρωπος της χάριτος σύμφωνα με τον άγιο Μακάριο. 
Πώς αποκτάει κανείς αποφασιστικότητα 
στον αγώνα για μίαν ενάρετη ζωή».  


Είμαι ανυπόμονος. Πιάνω την πένα μου και αρχίζω αμέσως να σου γράφω πάλι για την ομορφιά, τη θελκτικότητα, τη γλυκύτητα της θείας χάριτος και της θεοχαρίτωτης ψυχής. Το κάνω για ν’ αυξήσω τη γνώμη σου γύρω απ’ αυτό το θέμα, για να ενισχύσω τον ιερό πόθο σου και για να φουντώσω τον ένθεο ζήλο σου. 
Αυτή τη φορά, όμως, δεν θα χρησιμοποιήσω λόγια δικά μου, αλλά κάποιου θεόσοφου αγίου του Μεγάλου Μακαρίου, ο οποίος στη δέκατη όγδοη ομιλία του αναφέρει τα εξής: 
«Αν ένας άνθρωπος στον κόσμο τούτο είναι πολύ πλούσιος κι έχει στην κατοχή του κρυμμένο θησαυρό, με το θησαυρό και τον πλούτο του αποκτάει όλα όσα θέλει. Έτσι κι αυτοί που έχουν βρει και κατέχουν τον επουράνιο θησαυρό του Πνεύματος (δηλαδή τη θεία χάρη), αποκτούν κάθε αρετή απ’ αυτόν τον θησαυρό και μαζεύουν με τη δύναμή του περισσότερο ουράνιο πλούτο»

Ο απόστολος λέει: 
«Εμείς, που έχουμε το θησαυρό τούτο, είμαστε σαν πήλινα δοχεία» (Β΄ Κορ. 4:7)∙ ενώ, δηλαδή, είμαστε ακόμα ενωμένοι με τη σάρκα, αξιωθήκαμε ν’ αποκτήσουμε μέσα μας το θησαυρό αυτό, που είναι η αγιαστική δύναμη του Αγίου Πνεύματος.
«Αυτός λοιπόν, που βρήκε και έχει μέσα του τον επουράνιο θησαυρό του Αγίου Πνεύματος, μπορεί με τη δύναμή Του, να πραγματοποιεί κάθε έργο δικαιοσύνης, που απορρέει από τις εντολές του Θεού, και να εκτελεί κάθε έργο αρετής αγνά και καθαρά, εύκολα και αβίαστα».
«Ας παρακαλέσουμε κι εμείς τον Θεό, ας προσευχηθούμε και ας Του ζητήσουμε να μας χαρίσει το θησαυρό του Αγίου Πνεύματος, ώστε να μπορέσουμε να εφαρμόσουμε τις εντολές Του με αγνότητα και καθαρότητα.

«Πρέπει να επιμένει κανείς στην ικεσία προς τον Κύριο, για ν’ αξιωθεί να βρει και να δεχθεί τον επουράνιο θησαυρό του Αγίου Πνεύματος. Όταν όμως τον βρει, άκοπα θα κατορθώσει να εφαρμόσει όλες τις εντολές του Κυρίου με αγνότητα και καθαρότητα, τις εντολές που πρωτύτερα δεν μπορούσε να εφαρμόσει ούτε με μεγάλο κόπο. Ο θησαυρός αυτός αποκτάται ύστερα από μεγάλη αναζήτηση, με πίστη και υπομονή».
Πώς, όμως, αισθάνονται εκείνοι στους οποίους η χάρη του Αγίου Πνεύματος έχει αρχίσει να εκδηλώνεται φανερά; Να τί λέει γι’ αυτό ο άγιος Μακάριος:
«Όσοι αξιώθηκαν “να γίνουν παιδιά του Θεού” (Ιω. 1:12) και να γεννηθούν από τον ουρανό, δηλαδή από το Άγιο Πνεύμα, έχουν τον Χριστό μέσα τους, που τους φωτίζει και τους αναπαύει. Αυτοί οδηγούνται με πολλούς και διάφορους τρόπους από το Πνεύμα. Δέχονται μυστικά μέσα στην καρδιά τους τη θεία χάρη, που τους δίνει πνευματική ανάπαυση. Μερικές φορές αισθάνονται σαν να βρίσκονται σε βασιλικό δείπνο, όπου χαίρονται και ευφραίνονται με τρόπο ανέκφραστο. Άλλοτε νιώθουν σαν την νεόνυμφη γυναίκα, που η παρουσία του συζύγου της της χαρίζει ασφάλεια και ανάπαυση. Άλλοτε, μολονότι ενωμένοι με το σώμα τους, νιώθουν σαν ασώματοι άγγελοι.

Άλλοτε είναι σαν μεθυσμένοι από πιοτό, ενώ στην πραγματικότητα ευφραίνονται και μεθούν από το Πνεύμα με μια θεϊκή μέθη πνευματικών μυστηρίων. Άλλοτε καίγονται τόσο από τη μεγάλη αγαλλίαση που τους δίνει το Πνεύμα, ώστε, αν ήταν δυνατό, θα έβαζαν όλους τους ανθρώπους μέσα στην καρδιά τους, χωρίς να ξεχωρίζουν τους καλούς από τους κακούς. Άλλοτε ταπεινώνονται τόσο πολύ, με την ταπεινοφροσύνη που τους χαρίζει το Πνεύμα, ώστε να θεωρούν τον εαυτό τους τελευταίο και κατώτερο απ’ όλους τους ανθρώπους.

Άλλοτε αναπαύονται σε πολύ μεγάλη ησυχία, γαλήνη και ειρήνη, μέσα σε μιαν ανέκφραστη πνευματική ευφορία. Άλλοτε αποκτούν τόσο μεγάλη σοφία, γνώση και σύνεση από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που είναι αδύνατο να τις εκφράσει γλώσσα ανθρώπινη. Άλλοτε, πάλι, γίνονται σαν απλοί άνθρωποι».
Τι υπέροχη, τι ποθητή κατάσταση! Να και μια σύντομη περιγραφή της ψυχής που έχει φωτιστεί από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος:
«Όταν η ψυχή φτάσει στην τελειότητα του Πνεύματος, αφού καθαριστεί εντελώς απ’ όλα τα πάθη και ενωθεί με τον Παράκλητο σε μιαν ανέκφραστη κοινωνία, αξιώνεται και η ίδια, ως ενωμένη με το Πνεύμα, να πνευματοποιηθεί. Τότε γίνεται όλη φως, όλη οφθαλμός, όλη χαρά, όλη ανάπαυση, όλη αγαλλίαση, όλη αγάπη, όλη ευσπλαχνία, όλη αγαθότητα, όλη καλοσύνη». 

Να τι αγωνίζονταν να κατορθώσουν – και κατόρθωσαν – οι άγιοι ασκητές! Δεν αξίζει ν’ αγωνιστούμε κι εμείς γι’ αυτό;...

«Η είσοδος στον κόσμο της χάριτος, τον κόσμο του Αγίου Πνεύματος, είναι ανοιχτή στον καθένα. Η βασιλεία του Θεού δεν είναι «κήπος κλεισμένος» (Άσμα 4:12). Τα αγαθά της τα έχει υποσχεθεί ο Κύριος σε όλους μας, και μπορούμε να τα αποκτήσουμε. Προκαταβολή της αποκτήσεώς τους είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που μας δίνεται στα Μυστήρια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος.
Εμείς δεν έχουμε παρά να «σκάψουμε» μέσα μας, στον κήπο της ψυχής μας, όπου είναι θαμμένος αυτός ο θησαυρός, για να τον βρούμε και να τον οικειοποιηθούμε. Ας πιάσουμε το φτυάρι μας κι ας αρχίσουμε να βγάζουμε το χώμα. Με τις πρώτες φτυαριές το χρυσάφι και το ασήμι θ’ αρχίσουν να λαμποκοπούν. Έπειτα από λίγο όλος ο θησαυρός θα βγει στο φως. Τότε η χαρά μας δεν θα έχει όρια». 

«Η είσοδος στον κόσμο της χάριτος είναι
 ανοιχτή στον καθένα».
Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

Απόσπασμα από το κείμενο με τίτλο:
«Ο άνθρωπος της χάριτος σύμφωνα με τον άγιο Μακάριο. 
Πώς αποκτάει κανείς αποφασιστικότητα στον αγώνα για μίαν ενάρετη ζωή».  
Από το βιβλίο «Ο Δρόμος της Ζωής, γράμματα σε μια ψυχή». 

Ολόκληρο το κείμενο εδώ: Η Άλλη Όψις